Η σημερινή συνεδρίαση της διακομματικής επιτροπής για το θέμα της ψήφου των αποδήμων αναμένεται να είναι καθοριστική για το σε ποια κατεύθυνση θα διαμορφωθεί τελικά το νομοσχέδιο και εάν θα μπορέσει να υπάρξει κοινή πρόταση.

Θυμίζουμε εδώ το Σύνταγμα ορίζει πλειοψηφία τουλάχιστον 200 βουλευτών για νόμο που θα καθορίζει τα σχετικά με την ψήφο των εκτός επικρατείας εκλογέων, ενώ πάλι το Σύνταγμα ορίζει πλειοψηφία 200 βουλευτών για οτιδήποτε αφορά τον εκλογικό νόμο, ώστε οι αλλαγές να ισχύσουν από τις αμέσως επόμενες εκλογές.

 

Η αρχική πρόταση της ΝΔ, οι αντιδράσεις και οι πρώτες μετατοπίσεις

Όταν ξεκίνησε η συζήτηση του συγκεκριμένου θέματος, η κυβερνητική πλευρά άνοιξε όλο το φάσμα των πιθανών τρόπων που μπορεί να προσεγγιστεί το συγκεκριμένο θέμα.

Μίλησε για ισότιμη ψήφο όλων των ελλήνων του εξωτερικού, μέσα και από ψήφο στα προξενεία αλλά και δυνατότητα επιστολικής ψήφου (η τελευταία προβλέπεται για τους εκλογείς εξωτερικού και από το Σύνταγμα).

Επιπλέον, η Νέα Δημοκρατία άφησε να εννοηθεί ότι πέραν των εγγεγραμμένων ήδη στους εκλογικούς καταλόγους θα μπορούσε να εξεταστεί και η εγγραφή στους εκλογικούς καταλόγους αυτούς που είναι στο εξωτερικό και μπορούν να αποκτήσουν την ιθαγένεια.

Η αντίδραση της αξιωματικής αντιπολίτευσης ήταν να αντιπροτείνει πλευρές της επεξεργασίας που είχε γίνει στο υπουργείο Εσωτερικών επί κυβέρνησης Αλέξη Τσίπρα. Αυτό κινείτο στις ακόλουθες κατευθύνσεις. Ψήφος στα προξενεία και όχι επιστολική ψήφος, με σκοπό την εκλογή συγκεκριμένου αριθμού βουλευτών επικρατείας που θα αναλογούσαν στον αριθμό των εγγεγραμμένων στους καταλόγους εξωτερικού.

Παράλληλα, ο ΣΥΡΙΖΑ κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι επιδιώκει μια υπερβολική διεύρυνση του εκλογικού σώματος με σκοπό την αλλοίωση του εκλογικού αποτελέσματος και εκμετάλλευση ουσιαστικά του απόδημου ελληνισμού για μικροκομματικούς λόγους. Σε αυτό το πλαίσιο η συνάντηση του Κυριάκου Μητσοτάκη και του Αλέξη Τσίπρα άφησε περισσότερο την αίσθηση αγεφύρωτου χάσματος.

Σύμμαχο είχε η κυβερνητική πλευρά εξαρχής το ΚΙΝΑΛ, που συμφωνούσε στα βασικά σημεία, συμπεριλαμβανομένης και της επιστολής ψήφου. Σημαντικά πεδία συμφωνίας υπήρξαν και με την Ελληνική Λύση αλλά και με το ΜέΡΑ25. Μάλιστα, ο σχηματισμός του Γιάνη Βαρουφάκη με ρητό τρόπο έθεσε και το ζήτημα της ψήφου των ελλήνων που μετανάστευσαν τα τελευταία χρόνια αλλά και την εξεύρεση τρόπων για να εγγραφούν τους εκλογικούς καταλόγους και οι απόδημοι έλληνες.

Κρίσιμος αναδείχτηκε εξαρχής ο ρόλος του ΚΚΕ. Ο λόγος ήταν ότι με τη διαφαινόμενη απόσταση ανάμεσα στη ΝΔ και τον ΣΥΡΙΖΑ οποιαδήποτε δυνατότητα διαμόρφωσης πλειοψηφίας των 200 περιλάμβανε υποχρεωτικά και το ΚΚΕ. Το τελευταίο έθεσε εξαρχής το περίγραμμα της κίνησής του. Άρνηση της επιστολής ψήφου, υποχρεωτική πρότερη εγγραφή στους εκλογικούς καταλόγους, και χρονικό όριο 30 ετών στην παραμονή στο εξωτερικό.

Με αυτά τα δεδομένα, η κυβέρνηση φάνηκε αρχικά να μετατοπίζεται σε ένα πλαίσιο ανάλογο με αυτό που έθετε το ΚΚΕ – που είχε γίνει ατύπως ο ρυθμιστής – και σε αυτό το πνεύμα απεστάλη και η σχετική επιστολή του αρμόδιου υπουργού κ. Τ. Θεωδωρικάκου προς τα κόμματα.

Η μεταστροφή ΣΥΡΙΖΑ και οι νέες εμπλοκές

Παράλληλα, υπήρξε μια μετατόπιση του ίδιου του ΣΥΡΙΖΑ, που προς στιγμή φάνηκε να βρίσκεται απομονωμένος από τη σχετική συζήτηση. Ουσιαστικά, ο ΣΥΡΙΖΑ δήλωσε ότι αποδέχεται ένα πλαίσιο σαν κι αυτό που έθεσε το ΚΚΕ και έτσι επανήλθε στη σχετική συζήτηση.

Όμως, τότε ήταν η σειρά του ΜέΡΑ25 να διαφωνήσει, με μακροσκελή ανακοίνωση, στην οποία ουσιαστικά εγκαλεί την κυβέρνηση γιατί σκοπεύει να περιορίσει το δικαίωμα ψήφου των ελλήνων του εξωτερικού, συμπεριλαμβανομένων και των αποδήμων.

Όμως, η πιο βασική εμπλοκή φαίνεται να είναι από την διαπίστωση από την κυβερνητική πλευρά προβλημάτων ως προς το ζήτημα του χρονικού ορίου για την παραμονή στο εξωτερικό, που όμως είναι ένα κρίσιμο θέμα για την πλευρά του ΚΚΕ. Ειδικότερα, η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι δεν είναι εύκολο να τεκμηριωθεί η χρονικά διάρκεια της απουσίας κάποιου στο εξωτερικό.

 

Οι πραγματικές διαφωνίες και το ερώτημα της συναίνεσης

Παρότι όλα τα κόμματα συμφωνούν στην ανάγκη να λυθεί το πρόβλημα με τους έλληνες που αναγκάστηκαν να βρεθούν στο εξωτερικό τα τελευταία χρόνια και διατηρούν ενεργούς δεσμούς με τη χώρα (συμπεριλαμβανομένης και της επιθυμίας επιστροφής), από εκεί και πέρα υπάρχουν διαφωνίες.

Σχηματικά η διαχωριστική γραμμή ορίζεται ως εξής. Από τη μια, έχουμε όσους εκτιμούν ότι η θεσμοθέτηση ειδικού νόμου είναι μια ευκαιρία ώστε να μπορέσει να αποκτήσει ενεργό πολιτική συμμετοχή το κομμάτι εκείνο του απόδημου ελληνισμού που θέλει να διατηρήσει σχέση και άρα να έχει λόγο για όσα συμβαίνουν στον ελλαδικό χώρο. Από την άλλη, έχουμε εκείνους που επιμένουν ότι το εκλογικό δικαίωμα οφείλει να αφορά καταρχάς εκείνους που έχουν πραγματική σχέση με τα ελληνικά πράγματα, που αναλαμβάνουν το μέρος των ευθυνών που αυτό συνεπάγεται και που θα υποστούν τις επιπτώσεις των πολιτικών που οι εκλεγμένες κυβερνήσεις θα εφαρμόσουν. Αυτό οδηγεί τους πρώτους να θέλουν δυνητικά να προεκτείνουν το εκλογικό δικαίωμα στο σύνολο των αποδήμων και τους δεύτερους να θέλουν να βάλουν περιορισμούς.

Την ίδια στιγμή, η διαπίστωση με τυπικό θεσμικό όριο των διαχωριστικών γραμμών δεν είναι πάντα τόσο εύκολη. Η θέση χρονικού ορίου παραμονής έχει υποστηριχθεί ότι θέτει ζήτημα ισότητας της ψήφου, αν και σε αυτό έχει υπάρξει και ο αντίλογος ότι εφόσον μιλάμε για το ειδικό δικαίωμα της ψήφου στο εξωτερικό (και όχι για την τυπική δυνατότητα οποιουδήποτε είναι εγγεγραμμένος στους εκλογικούς καταλόγους να έρθει στη χώρα και να ψηφίσει). Αντίστοιχα το ζήτημα του χρονικού ορίσου έχει αμφισβητηθεί όχι μόνο ως προς τη δυνατότητα να διακριβωθεί αλλά και ως ασφαλές κριτήριο μιας πεπερασμένης απουσίας.

Από την άλλη, η απλή εγγραφή σε εκλογικούς καταλόγους περιλαμβάνει και αρκετούς αποδήμους δεύτερης ή ακόμη και τρίτης γενιάς που έχοντας την ιθαγένεια έχουν κάνει και τις σχετικές διαδικασίες εγγραφείς σε δημοτολόγια έχουν αποκτήσει και εγγραφή σε εκλογικούς καταλόγους. Και βέβαια υπάρχει και η αντίστροφη αντίρρηση ότι συζητάμε για την ψήφο των αποδήμων, όμως η πολιτογράφηση των μονίμως διαμενόντων στην Ελλάδα μεταναστών, που αντικειμενικά μοιράζονται την ελληνική κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα, παραμένει μια αρκετά δύσκολη υπόθεση.

Η συζήτηση αυτή προφανώς εγείρει και συνολικότερα ιδεολογικά θέματα που αφορούν τον ορισμό του έθνους, όχι ως ταυτότητας ως ιδέα, αλλά ως του πολιτικού σώματος που αποτελεί τη βάση της λαϊκής κυριαρχίας, αλλά ταυτόχρονα εγείρει και πρακτικά πολιτικά ερωτήματα που έχουν να κάνουν με την υπαρκτή αριθμητική της ελληνικής Βουλής.

Πάντως, μέχρι στιγμής τόσο η κυβέρνηση όσο και τα περισσότερα κόμματα της αντιπολίτευσης δείχνουν κυρίως να προκρίνουν την αναζήτηση ενός κοινού πεδίου, εκτιμώντας ότι με τη δημοσιότητα και τη φόρτιση που έχει πάρει το θέμα, θα έχει σημαντικό κόστος όποιο κόμμα πάρει την ευθύνη να δυναμιτίσει τη σχετική διαδικασία.