Κάποιες φορές είναι η σύμπτωση ανάμεσα σε δύο γεγονότα, φαινομενικά μη σχετιζόμενα μεταξύ τους, που όμως αναδεικνύει τελικά την ουσία του ζητήματος. Έτσι το «ρεπορτάζ ΣΥΡΙΖΑ» των ημερών σφραγίζεται από δύο ειδήσεις.

Από τη μια, τις διάφορες δηλώσεις κορυφαίων στελεχών που παραδέχονται έλλειψη προετοιμασίας για τις προκλήσεις της διακυβέρνησης. Από την άλλη, την «πορεία προς το λαό» του Αλέξη Τσίπρα, στο πλαίσιο του «δημοκρατικού καλέσματος», με αφετηρία την Αχαΐα. Αν τις συνδυάσει κανείς ίσως να αποκτά μια καλύτερη εικόνα για το πώς ο ΣΥΡΙΖΑ αποπειράται να χειριστεί τη στρατηγική του αμηχανία.

Η παραδοχή της πολιτικής απρονοησίας

Η παραδοχή του πρώην Προέδρου της Βουλής Νίκου Βούτση για την έλλειψη προετοιμασίας του ΣΥΡΙΖΑ για το τι θα έβρισκε μπροστά του το 2015, πυροδότησε διάφορες αντιδράσεις, όμως ταυτόχρονα αποτέλεσε απλώς την επιβεβαίωση μιας πραγματικότητας που την έζησε η ελληνική κοινωνία.

Γιατί εάν ο ΣΥΡΙΖΑ το 2012 που έφτασε στα πρόθυρα της εξουσίας είχε τη δικαιολογία ότι είδε τα ποσοστά του να εκτινάσσονται μέσα σε λίγου μήνες, το 2015 είχε περίπου 2,5 χρόνια να προετοιμαστεί. Και όπως φάνηκε δεν το έκανε.

Και αυτό γιατί ακόμη και μετά το 2012 ο ΣΥΡΙΖΑ είδε την προετοιμασία για την εξουσία κυρίως ως προετοιμασία των εκλογών για την ανάληψη της κυβερνητικής εξουσίας. Ακόμη και οι μετατοπίσεις του σε υποτίθεται περισσότερο «ρεαλιστικές» θέσεις, όπως ήταν π.χ. η εγκατάλειψη κάθε σκέψης για ρήξη με την ευρωζώνη (εξ ου και η εξαφάνιση του συνθήματος «καμιά θυσία για το ευρώ» και το… σιωπητήριο ως προς το θέμα από την αριστερή πτέρυγα), έγιναν περισσότερο με κριτήρια εκλογικής απεύθυνσης παρά επεξεργασίας μιας εναλλακτικής διαπραγματευτικής στρατηγικής.

 

Το 2015 έδειξε την απουσία προετοιμασίας και σχεδίου

Κρίνοντας από τα ίδια τα γεγονότα του 2015 είναι σαφές ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είχε μια πλήρη εικόνα των τρόπων με τους οποίους μπορούσαν οι δανειστές να ασκήσουν πίεση σε μια χώρα όπως η Ελλάδα. Δεν είχε μια απάντηση στο θέμα της δυνατότητας της ΕΚΤ να ρυθμίζει τη ρευστότητα των ελληνικών τραπεζών. Δεν είχε μια στρατηγική για το θέμα του χρέους και πώς θα επέβαλε τη ριζική απομείωσή του. Δεν είχε καμία επεξεργασμένη τακτική για το πώς θα επέβαλε στους δανειστές να συζητήσουν την άρση των μνημονίων.

Επιπλέον, έχοντας εξαρχής αρνηθεί το ενδεχόμενο ρήξης με την ευρωζώνη δεν είχε στην πραγματικότητα και κανένα «Σχέδιο Β» εάν οι δανειστές δεν δέχονταν διαπραγμάτευση για το ζήτημα του χρέους.

Δεν είναι τυχαίο ότι ακόμη και στην τελική ευθεία προς την εξουσία, δηλ. το διάστημα ανάμεσα στις ευρωεκλογές του 2014 και τον Ιανουάριο του 2015, δεν υπήρξε παραπέρα επεξεργασία της τακτικής, πέραν της απλής παράθεσης των όπως αποδείχτηκε μη κοστολογημένων μέτρων του περίφημου «προγράμματος της Θεσσαλονίκης». Ούτε επιδιώχτηκαν κάποιες προκαταβολικές διερευνητικές επαφές με τους ευρωπαίους ώστε να υπάρχει εκτίμηση της κατάστασης.  Ακόμη και η επιλογή του Γιάνη Βαρουφάκη για τη θέση του υπουργού Οικονομικών έγινε περισσότερο επειδή ο Αλέξης Τσίπρας και οι στενοί συνεργάτες του πίστεψαν ότι θα είχε κύρος στο εξωτερικό και ότι τους φάνηκε ότι είχε μια διαπραγματευτική πρόταση, την οποία βέβαια ουδέποτε ο ΣΥΡΙΖΑ επεξεργάστηκε ως συγκεκριμένη στρατηγική.

Αυτό φάνηκε άλλωστε την πρώτη φορά που η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα αναμετρήθηκε με τους ευρωπαίους στις 20 Φεβρουαρίου 2015, όταν υποχρεώθηκε σε πρόωρη αποδοχή πλευρών ενός μίνι μνημονίου. Και βεβαίως η απουσία στρατηγικής και τακτικής φάνηκε στο χειρισμό της κρίσης του καλοκαιριού του 2015 όταν μια κορυφαία επιλογή όπως το δημοψήφισμα πάρθηκε με όρους διαχείρισης του πολιτικού χρόνου και μόνο, χωρίς καμία επεξεργασία ως προς το σε ποιο σχέδιο εντασσόταν, με αποτελέσματα που όλοι γνωρίζουμε.

Στην πραγματικότητα η μόνη προετοιμασία που είχε πραγματικά κάνει ο ΣΥΡΙΖΑ ως προς τον πυρήνα του «ελληνικού προβλήματος» ήταν από τη μια η θολή, ασαφής και κατά βάση ατεκμηρίωτη πεποίθηση ότι για κάποιο λόγο οι ευρωπαίοι θα προσέφεραν μια «καλή συμφωνία» και από την άλλη η επιλογή της με κάθε κόστος «παραμονής της αριστεράς στην εξουσία». Πράγμα και το οποίο έκαναν μέσα από μια πρωτοφανή παλινωδία που οδήγησε το κατεξοχήν «αντιμνημονιακό» κόμμα να υπογράψει και να εφαρμόσει μέχρι κεραίας ένα μνημόνιο.

 

Το πρόβλημα της αυτοκριτικής

Θα περίμενε κανείς όλη αυτή η εμπειρία να αποτελεί το πεδίο του κριτικού αναστοχασμού και της αυτοκριτικής. Σε τελική ανάλυση υπήρξε μια μοναδική αναμέτρηση με την πρόκληση της προοδευτικής διακυβέρνησης στην Ευρώπη του 21ου αιώνα. Θα μπορούσε να προσφέρει συμπεράσματα για το ποια είναι τα περιθώρια, ποιες οι δυσκολίες, ποια τα όρια, ποιες οι στρατηγικές απαιτήσεις. Αντ’ αυτού είχαμε τον Αλέκο Φλαμπουράρη να δηλώνει ότι δεν χρειάζεται αυτοκριτική, τη διακήρυξη του ΣΥΡΙΖΑ να μην κάνει καμιά αποτίμηση της διακυβέρνησης και τον Αλέξη Τσίπρα κατά βάση να επικεντρώνει απλώς σε ό,τι θεωρεί ότι ήταν επίτευγμα του ΣΥΡΙΖΑ.

Μόνο που αυτό κάνει τον ΣΥΡΙΖΑ να μην μπορεί να προτείνει όντως κάτι πέραν της απλής προέκτασης των όσων κυβερνητικών μέτρων υπήρξαν από το Σεπτέμβριο του 2018 μέχρι τον Ιούνιο του 2019, την μόνη περίοδο που τα στελέχη του υποστηρίζουν ότι άσκησαν όντως την πολιτική τους. Όμως, αυτό είναι πολύ ισχνό για να αποτελέσει πραγματική προγραμματική βάση.

Δεν είναι τυχαίο έτσι ότι ο ΣΥΡΙΖΑ ουσιαστικά κυρίως μένει στην περιγραφή του πολιτικού σχεδίου παρά στο περιεχόμενο. Η διαρκής επίκληση της έννοιας της προοδευτικής παράταξης ή νέος νέου «αντιδεξιού χώρου» συνδυάζεται με την απουσία προγραμματικής εμβάθυνσης.

 

Η πορεία προς το λαό

Όταν λείπει η αναμέτρηση με την πολιτική ουσία, τότε συχνά περισσεύει η πολιτική αισθητική.

Αυτό αποτυπώνεται και στον τρόπο με τον οποίο ο ΣΥΡΙΖΑ αντιμετωπίζει την «πορεία προς το λαό». Ο συμβολισμός με την εκκίνηση από την Αχαΐα, δεν διέφυγε πολλών, που σημείωσαν ότι από εκεί ξεκίνησε και η πολιτική διαδρομή του Ανδρέα Παπανδρέου, που ξεκίνησε την καριέρα του από την υποψηφιότητά του στην Αχαΐα στις εκλογές του 1964. Το ίδιο και η έμφαση στην «άμεση και αδιαμεσολάβητη» επαφή με το λαό που υποστήριξε ο κ. Τσίπρας ότι επιδιώκει, κατ’ αναλογία προς την έμφαση και του Ανδρέα Παπανδρέου στην άμεση επαφή με το λαό αλλά και το μεταπολιτευτικό κάλεσμά του για «αυτοοργάνωση» στο ΠΑΣΟΚ.

Μόνο που οι αναλογίες σταματούν στο συμβολισμό. Η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ δείχνει να θέλει περισσότερο να συζητήσει για την οργάνωση ενός δεδομένου χώρου, για την εγγραφή μελών, για τη διαμόρφωση μιας δυναμικής συσπείρωσης, παρά για το πρόγραμμα, την αριστερή διακυβέρνηση, το τι σημαίνει σήμερα προοδευτική πολιτική.

Ίσως αυτό να είναι και το πιο κοντινό να έχει φτάσει ο ΣΥΡΙΖΑ σε αυτό που συνηθίζουμε να λέμε «κεντροαριστερά». Όχι με την έννοια της ιδεολογικής αναφοράς, όσο της σιωπηρής παραδοχής ότι τα περιθώρια είναι δεδομένα και πεπερασμένα, χωρίς περιθώρια «ανατροπών», οπότε αυτό που κυρίως χρειάζεται είναι οι «συμβολικές» διαχωριστικές γραμμές με την κεντροδεξιά.