Όσο προχωρεί η νέα πολιτική περίοδος αρχίζουν και αναδεικνύονται τα ατού, τα αδύναμα σημεία, τα ελλείμματα, οι πλάνες και τα αδιέξοδα προσώπων και πολιτικών δυνάμεων.

Σε ό,τι αφορά την κυβέρνηση, φαίνεται ότι υπάρχει μία τεχνοκρατική επάρκεια σε επίπεδο ηγεσίας, μία επαφή με την πραγματικότητα της χώρας, ταχύτητα αντίδρασης και ικανότητα διαμόρφωσης ενός νέου επενδυτικού περιβάλλοντος.

Υπάρχει κάποια ρεαλιστική προσέγγιση του ιδιωτικού τομέα.

 

Είναι άγνωστο όμως προς το παρόν αν υπάρχει δυνατότητα πάταξης των προβληματικών στοιχείων του δημοσίου.

 

Μένει επίσης να αποδειχθεί η αποτελεσματικότητα, η δυνατότητα συντονισμού και το κατά πόσον θα παρακαμφθούν παθογένειες του παρελθόντος τόσο σε επίπεδο κομματικό όσο και κυβερνητικό. Μένει να διαπιστωθεί αν οι υψηλοί στόχοι που τέθηκαν θα επιτευχθούν και τα πιεστικά χρονοδιαγράμματα θα τηρηθούν.

Μένει να φανεί ποια πρόσωπα κάνουν για την δουλειά, ποια δεν μπορούν να φέρουν σε πέρας την αποστολή και τι θα γίνει με αυτά.

 

Στην πλευρά της αντιπολίτευσης αναδεικνύεται η προσωπολατρία, η προσπάθεια κομματικής ανασύνταξης με όρους της δεκαετίας του 1980, η προσκόλληση στα συνθήματα του Ανδρέα, η αγωνία να εγκαθιδρυθεί ένα κόμμα ως αντικαταστάτης κάποιου άλλου και ως ναυαρχίδα της «δημοκρατικής» ή της «αντιδεξιάς» παράταξης.

Στο πλαίσιο αυτό, η αξιωματική αντιπολίτευση προσπαθεί να αγκαλιάσει τους πάντες, ή όπως ισχυρίζεται «τους πολλούς».

 

Χαϊδεύει τους συνδικαλιστές, χαϊδεύει τους παλαιοπασόκους, τους συνταξιούχους (κι ας τους εξόντωσε…), τους κατατρυχόμενους από αντιδεξιά σύνδρομα, τους νοσταλγούς του ΕΑΜ και του Αρη Βελουχιώτη, τους Πράσινους.

 

Και στο πλαίσιο αυτό έχει αποφασίσει να υπηρετεί μία ρητορική, στον πυρήνα της οποίας βρίσκεται μία απατηλή διαπίστωση, που άλλωστε αποτέλεσε και αποτυχημένο προεκλογικό σύνθημα. Με βάση αυτά, ο Μητσοτάκης είναι η ελληνική εκδοχή του Ορμπαν και του Σαλβίνι, θέλει να πιει το αίμα των φτωχών και σχεδιάζει την δημιουργία στρατοπέδων συγκέντρωσης για τους μετανάστες και τους αλλόθρησκους.

 

Στην προσπάθειά της αυτή, η αντιπολίτευση κάνει μία σειρά λάθη, τα οποία είναι πιθανό έως και ορατό να την οδηγήσουν σε παγίδες.

 

Πόσο απέχει αλήθεια από την πραγματικότητα ο διαχωρισμός της ιδιότητας του μετανάστη από αυτήν την πρόσφυγα; Και τι είναι αυτό που καθιστά κάθε μετανάστη εξ ορισμού νόμιμο και προστατευόμενο του ΣΥΡΙΖΑ;

Ποιο είναι επίσης το στοιχείο εκείνο, που καθιστά ακροδεξιό και ναζιστή όποιον θέτει το ζήτημα και διαχωρίζει τις ιδιότητες, από τις οποίες εκπορεύονται και διαφορετικές νομικές και πολιτικές διαδικασίες;

Τίποτε, πέραν μίας απλοϊκής και υστερόβουλης πολιτικής σκέψης και πρακτικής.

 

Εν τέλει πόσο ακροδεξιός είναι κάποιος όταν λέει από το βήμα της Βουλής κάτι σαν κι αυτό που είπε ο Μητσοτάκης την Παρασκευή: «Μακάρι τα παιδιά όσων (προσφύγων) επιλέξουν την χώρα μας ως δεύτερη πατρίδα και μείνουν να πάνε σχολείο και αν αριστεύσουν, να σηκώσουν την ελληνική σημαία στην παρέλαση».

 

Μάλλον στον ΣΥΡΙΖΑ θα πρέπει να (ξαν)ανοίξουν κάποιο βιβλίο πολιτικής ορολογίας. Ορίζοντας τον Μητσοτάκη ως «ακροδεξιό» προκειμένου να ετεροπροσδιοριστούν εκείνοι ως «δημοκράτες», «προοδευτικοί» και «αντιδεξιοί», οδηγούνται σε ένα προδιαγεγραμμένο πολιτικό αδιέξοδο.