Η συζήτηση για το θέμα της ψήφου των Ελλήνων του εξωτερικού αναδεικνύει το ερώτημα ποιες και ποιοι συναπαρτίζουν τελικά το έθνος ως κοινή ταυτότητα αλλά και ως το πολιτικό σώμα που αποτελεί τη βάση της λαϊκής κυριαρχίας. Προφανώς δεν είναι η πρώτη φορά που τίθενται τέτοια ερωτήματα. Εχει προηγηθεί η συζήτηση το 1844 γύρω από τα δικαιώματα των ετεροχθόνων, όταν υπήρξε έντονη πίεση εκ μέρους όσων είχαν λάβει μέρος στην επανάσταση για να αποκλειστούν από αξιώματα όσοι ήρθαν μετά την απελευθέρωση. Αλλά και πρόσφατα η προσπάθεια να συμπεριληφθούν οι μετανάστες στο εκλογικό σώμα για την αυτοδιοίκηση, κατά τα πρότυπα άλλων χωρών, κρίθηκε αντισυνταγματική.

Στην τρέχουσα συζήτηση κανένας πολιτικός χώρος δεν δείχνει να έχει αντίρρηση στην ψήφο των ελλήνων πολιτών που αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν εκτός Ελλάδας τα τελευταία χρόνια και οι οποίοι έχουν εκφράσει τη διαμαρτυρία τους γιατί δεν τους προσφέρονται τρόποι να ασκήσουν το εκλογικό τους δικαίωμα. Ωστόσο υπάρχει αντιπαράθεση για την ψήφο αυτών που ανήκουν στην ελληνική διασπορά ή ομογένεια.

Η πολιτική σύνδεση των διασπορών με τις «μητέρες-πατρίδες» έχει καταγραφεί ποικιλοτρόπως. Συχνά στη διασπορά τα πατριωτικά συναισθήματα μπορεί να είναι ακόμη πιο έντονα. Η Ελληνική Επανάσταση συνδιαμορφώθηκε ως πολιτικό αίτημα και από τον παροικιακό Ελληνισμό, με τη Φιλική Εταιρεία να έχει ορμητήριο την Οδησσό. Για χρόνια το ρεπουμπλικανικό κίνημα και ο IRA στηρίζονταν στην υποστήριξη της ιρλανδικής διασποράς στις ΗΠΑ. Η αλλαγή πολιτικής στάσης της διασποράς έχει έντονο αντίκτυπο στην πολιτική ζωή μιας χώρας, όπως γίνεται για παράδειγμα στις μέρες μας στο Ισραήλ με τη μετατόπιση σε πιο φιλειρηνικές θέσεις σημαντικού τμήματος των Αμερικανοεβραίων.

Βέβαια, υπάρχουν και αυτοί που υποστηρίζουν ότι οι έντονες εθνικές φορτίσεις σε ανθρώπους που ανήκουν στη διασπορά έχουν περισσότερο να κάνουν με την ανάγκη των μεταναστών να ανήκουν σε μια κοινότητα, για να μπορούν να βρίσκουν εκεί αλληλεγγύη και να διαπραγματεύονται καλύτερα τους όρους ένταξής τους στη χώρα υποδοχής. Το παράδειγμα των ΗΠΑ είναι πολύ χαρακτηριστικό από αυτή την άποψη. Πάντως, ο δορυφορικός δέκτης και το Διαδίκτυο επιτρέπουν πολύ πιο άμεση επικοινωνία και την αίσθηση ακόμη και της συμμετοχής στη «δημόσια σφαίρα» της χώρας προέλευσης.

 

Η αντίστροφη τάση είναι αυτή της μη ενσωμάτωσης στο εκλογικό σώμα όσων κατοικούν σε μια χώρα αλλά δεν κατάγονται από αυτήν. Οι περιορισμοί στο δικαίωμα στη μετανάστευση, που σημαίνουν συχνά μακρά παραμονή σε ένα καθεστώς «παρανομίας» ή επισφάλειας, όπως και οι περιορισμοί στα δικαιώματα πολιτογράφησης, σημαίνουν μόνιμη παραμονή σε μια χώρα χωρίς πλήρη πολιτικά δικαιώματα. Στην Ελλάδα, όπου η ιθαγένεια καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό με βάση το «δίκαιο του αίματος», δηλαδή την ύπαρξη γονέα με ελληνική ιθαγένεια, θα αργήσουμε να κατοχυρώσουμε την ιθαγένεια των παιδιών μεταναστών που γεννήθηκαν εδώ.

Η συνθήκη αυτή γεννά μια καταστατική αντίφαση με την οποία αναμετριόμαστε και στην Ελλάδα. Από τη μια είναι εμφανές ότι το έθνος ως ταυτότητα, ως συλλογική αναφορά, ως συλλογική μνήμη (έστω και με την έννοια του κατασκευασμένου εθνικού αφηγήματος) επιβιώνει και επικυρώνει διαρκώς συμβολικά τη σχέση καταγωγής με την πατρίδα, έστω και εάν πρόκειται για ανθρώπους που η ζωή τους είναι εξωτερική προς τις πραγματικές κοινωνικές και πολιτικές διεργασίες στον ελλαδικό χώρο.

Από την άλλη, στο όνομα αυτής της αντίληψης του έθνους ως κοινής καταγωγής αλλά και ταυτότητας διατηρείται μια συνθήκη πολιτικού αποκλεισμού πολλών ανθρώπων που ζουν, εργάζονται και φορολογούνται επί του ελληνικού εδάφους και οι οποίοι στερούνται το δικαίωμα να επηρεάσουν, μέσω των θεσμών λαϊκής κυριαρχίας, τις αποφάσεις που τους αφορούν.

Την ίδια ώρα συχνά προσπερνούμε το γεγονός ότι η κοινή ιθαγένεια δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί στις μέρες μας και κοινή ταυτότητα, καθώς η ελληνική κοινωνία διαπερνάται από πλήθος ταυτοτήτων και αναγνωρίσεων.

Με αυτή την έννοια επανερχόμαστε σε ένα ερώτημα το οποίο, έστω και με νέους όρους, καλούμαστε να απαντήσουμε. Εάν, δηλαδή, θα κινηθούμε στην κατεύθυνση μιας κατεξοχήν πολιτικής αντίληψης του λαού, δηλαδή ως του συνόλου των ανθρώπων που κατοικώντας σε μια επικράτεια (και άρα συμμετέχοντας στις οικονομικές, κοινωνικές και πολιτιστικές διεργασίες της) συναποτελούν την πηγή των εξουσιών, ή εάν θα επιμείνουμε σε μια πρωτίστως εθνική αντίληψη με βάση την κοινή καταγωγή ως εγγύηση κοινής ταυτότητας. Ερώτημα κρίσιμο που υπερβαίνει κατά πολύ τα όρια της συζήτησης για την ψήφο των Ελλήνων του εξωτερικού.

 

Η πρόκληση της διπλής ιθαγένειας

 

Η διπλή ιθαγένεια είναι διεθνώς σχετικά πρόσφατο φαινόμενο. Στην ιστορική πορεία διαμόρφωσης των σύγχρονων εθνών – κρατών αντιμετωπίστηκε αρχικά με επιφύλαξη ή εχθρότητα. Κυριαρχούσε η αντίληψη ότι ένας άνθρωπος είναι καλό να έχει μόνο μία ιθαγένεια για να είναι σαφές προς ποιο κράτος όφειλε να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του (συμπεριλαμβανομένων των στρατιωτικών). Ομως, παράγοντες όπως η σημασία των μεταναστευτικών εμβασμάτων και η ανάγκη στενής επαφής με τη Διασπορά οδήγησαν σε επέκταση των μορφών διπλής ιθαγένειας.