Η ευφορία των πρώτων ημερών που κυριαρχούσε στο οικονομικό επιτελείο, από τη νίκη στις εκλογές και την ανάληψη της διακυβέρνησης της χώρας, έχει δώσει τη θέση της στον προβληματισμό για τους δύσκολους στόχους που πρέπει να επιτευχθούν σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα για να πάρει μπροστά η οικονομία. Με άλλα λόγια, και ο στόχος για το πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ θα πρέπει να τηρηθεί, τουλάχιστον το 2019 και το 2020, και οι φόροι να μειωθούν για να δοθεί η ανάσα την οποία έχουν ανάγκη τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις.

Και οι προεκλογικές εξαγγελίες θα πρέπει να τηρηθούν ως ελάχιστη προϋπόθεση αξιοπιστίας από την πλευρά αυτής της κυβέρνησης απέναντι στους πολίτες, και οι δεσμεύσεις απέναντι στους πιστωτές θα πρέπει να γίνουν σεβαστές για την εδραίωση της αξιοπιστίας της χώρας μας προς τις αγορές, οι οποίες την περασμένη εβδομάδα δάνεισαν, το άλλοτε χρεοκοπημένο ελληνικό κράτος, με το χαμηλότερο επιτόκιο από τότε που μπήκαμε στο ευρώ.

Δυστυχώς μαγικές λύσεις δεν υπάρχουν. Αυτές μας τελείωσαν με το τρίτο Μνημόνιο, στο οποίο μας οδήγησαν οι χειρισμοί Τσίπρα – Βαρουφάκη. Ούτε μπορεί και πρέπει αυτή η κυβέρνηση να συρθεί σε μια γενική μείωση του αφορολόγητου ποσού εισοδήματος, για την οποία εξακολουθούν να πιέζουν οι δανειστές, παρά το γεγονός ότι το προνομοθετημένο αυτό μέτρο, από την προηγούμενη κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, ακυρώθηκε προεκλογικά στη Βουλή με τις ψήφους όλων των κομμάτων.

Μείωση του αφορολογήτου θα σήμαινε αύξηση των φορολογικών βαρών για τη μεγάλη πλειοψηφία των χαμηλόμισθων. Θα ήταν σαν να φορτώνονταν οι μισθωτοί των 600 και 700 ευρώ το κόστος όλων των φοροελαφρύνσεων που προορίζονται για τους υπόλοιπους. Βεβαίως υπάρχει ένα εκτεταμένο φαινόμενο με εργαζομένους, κυρίως στις υπηρεσίες με καθεστώς μερικής απασχόλησης, που σε συμφωνία με τον εργοδότη τους εμφανίζουν μειωμένο μισθό «στα χαρτιά» για να μην ξεπερνούν το αφορολόγητο όριο και να μην πληρώνουν φόρο. Αλλά αυτοί δεν κάνουν τη μεγάλη διαφορά.

Από την άλλη, είναι γενικώς παραδεκτό ότι η μεγάλη φοροδιαφυγή στην Ελλάδα συντελείται στον χώρο των ελεύθερων επαγγελματιών. Οι περισσότεροι από αυτούς δηλώνουν ελάχιστα εισοδήματα που δεν δικαιολογούν το επίπεδο διαβίωσής τους. Μην ξεχνάμε όμως ότι η κατηγορία των ελεύθερων επαγγελματιών δεν έχει αφορολόγητο εισόδημα.

Εχει καταργηθεί στο παρελθόν από τα Μνημόνια. Αρα, τυχόν μείωση του αφορολόγητου ορίου θα άφηνε στο απυρόβλητο μια μεγάλη εστία φοροδιαφυγής και απώλειας εσόδων για τον κρατικό προϋπολογισμό. Μαγικές λύσεις, όμως, δεν υπάρχουν. Μόνο με τη θέσπιση ισχυρών κινήτρων προς τους υπόλοιπους φορολογουμένους, προκειμένου να δηλώσουν τις δαπάνες τους προς τους ελεύθερους επαγγελματίες, και αυστηρών ελέγχων με τεκμήρια και πόθεν έσχες θα μπορούσε να υπάρξει αποτέλεσμα.

Θα μπορούσαν τα κίνητρα αυτά να συνδεθούν με το χτίσιμο του αφορολογήτου. Θα μπορούσε, επίσης, να αλλάξει όλη η φιλοσοφία του τρόπου φορολόγησης ώστε να φορολογούμαστε όλοι με βάση το καθαρό εισόδημα που προκύπτει μετά την αφαίρεση όλων των δαπανών μας. Εξυπνες λύσεις υπάρχουν. Δεν είναι εύκολες, αλλά χρειάζεται τόλμη. Γι’ αυτό και λέγονται μεταρρυθμίσεις!

Γράψτε το σχόλιο σας