Κάποια χρόνια πριν, θα φάνταζε μακρινό όνειρο. Ωστόσο, το ράλι γύρω από τα ελληνικά ομόλογα ήταν τέτοιο τις τελευταίες μέρες που η απόδοση οριακά έπεσε ακόμη και κάτω από το 2% για το δεκαετίες ελληνικό ομόλογο και κοντά στο 1% για το πενταετές.

Αυτό σημαίνει δυνητικά σημαντική μείωση του κόστους δανεισμού για τη χώρα μας και άρα μεγαλύτερη δυνατότητα για έξοδο στις αγορές στην κλίμακα των πραγματικών δανειακών αναγκών και όχι των δοκιμαστικών εκδόσεων που ήταν ο κανόνας μέχρι τώρα.

Η δυνατότητα της χώρας να αντλεί τη χρηματοδότηση των αναγκών της από τις διεθνείς αγορές με όρους που να μην είναι εξοντωτικοί είναι η πραγματική συνθήκη «εξόδου από τα μνημόνια». Διαφορετικά, η χώρα θα χρειάζεται προσφυγή, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, στους ευρωπαϊκούς θεσμούς και αυτό πρακτικά σημαίνει μνημόνια.

 

Η έξοδος από τη ζώνη κινδύνου

Η υποχώρηση των αποδόσεων των ελληνικών ομολόγων αποτυπώνει μια αντίληψη των διεθνών αγορών ότι η χώρα έχει βγει από μια ζώνη κινδύνου ως προς τη δυνατότητα να αποπληρώνει το χρέος της. Γιατί όπως συνειδητοποιήσαμε οδυνηρά το 2009-2010, μια από τις ιδιαιτερότητες του ευρώ είναι ότι η αποπληρωμή του δημόσιου χρέους οφείλει να γίνεται με πραγματικούς όρους και όχι απλώς με την κάλυψη σε εθνικό νόμισμα. Η μεγάλη αύξηση του κόστους δανεισμού σε απαγορευτικά επίπεδα αντιστοιχούσε σε μια επίγνωση των αγορών ότι υπάρχει πραγματικό ζήτημα επισφάλειας ως προς την ικανότητα του ελληνικού κράτους να αποπληρώνει τις υποχρεώσεις του.

Η Ελλάδα παραμένει μια χώρα με τεράστιο δημόσιο χρέος, έστω και εάν πια ο  κύριος όγκος του αφορά το χρέος προς τους ευρωπαϊκούς μηχανισμούς και είναι ανοιχτό το ερώτημα της συζήτησης για τη μελλοντική αναδιάρθρωσή του. Όμως, το πώς αντιλαμβάνονται οι αγορές το αξιόχρεο μιας χώρας δεν έχει να κάνει μόνο με κάποια ποσοτικά κριτήρια αλλά κατά βάση με την αίσθηση που αποκομίζουν ως προς το την κατεύθυνση που παίρνει μια χώρα και η οικονομική της πολιτική.

Για παράδειγμα τα τελευταία χρόνια  η αίσθηση ότι η χώρα προχωρούσε προς την εφαρμογή των μνημονιακών της υποχρεώσεων και ότι προχωρούσε στα μέτρα που αυτές περιλαμβάνουν, διαμόρφωνε και μια αντίστοιχα ευνοϊκή συμπεριφορά των αγορών.

Αυτό επιτάθηκε μετά την τυπική ολοκλήρωση του ελληνικού προγράμματος και την αίσθηση ότι η χώρα έμπαινε μεν σε μια μακρά προεκλογική περίοδο, η οποία όμως δεν θα οδηγούσε σε κάποιου είδους ανατροπή ως προς την πολιτική που θα ασκούνταν, εάν αναλογιστούμε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είχε εφαρμόσει το τρίτο Μνημόνιο και κυβερνητική εναλλαγή θα σήμαινε Νέα Δημοκρατία. Με μία έννοια ήταν η «νέα κανονικότητα» αυτή που καθησύχασε τις αγορές ως προς τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας. Δεν είναι τυχαίο ότι οι όποιες διακυμάνσεις είχαν να κάνουν περισσότερο με ανησυχίες για τις στιγμές εκείνες που οι πολιτικές αυτής της κυβέρνησης ενείχαν τον κίνδυνο αποκλίσεων από τα συμφωνηθέντα.

Σίγουρα στην υποχώρηση των αποδόσεων των ελληνικών ομολόγων συνείσφερε και ο τρόπος που το πολιτικό σκηνικό διαμορφώθηκε μετά τις ευρωεκλογές. Η βεβαιότητα για την κυβερνητική εναλλαγή και την άφιξη της ΝΔ διαμόρφωσε ένα καθησυχαστικό κλίμα ως προς την αποφυγή της πολιτικής αστάθειας καθώς και μια προεξόφληση ότι η νέα κυβέρνηση θα συνεχίσει σε ένα πλαίσιο πολιτικής που θα συνδυάζει τη δημοσιονομική πειθαρχία με την προσπάθεια να ενισχυθούν οι αναπτυξιακοί ρυθμοί μέσω τόνωσης των επενδύσεων.

 

Το ενδεχόμενο νέας έκδοσης

Η υποχώρηση των αποδόσεων των ομολόγων επιτρέπουν στη νέα κυβέρνηση να προχωρήσει σχετικά νωρίς σε νέα έκδοση ομολόγων όχι μόνο για να στείλει μήνυμα αλλά και για να μπορεί να κινηθεί ως προς τη χρηματοδότηση βασικών αναγκών και να μπορέσει να αξιοποιήσει το «χρηματοδοτικό μαξιλάρι» για άλλες προτεραιότητες, π.χ. για την αναγκαία συμμετοχή του δημοσίου σε όποιο σχέδιο επιλεγεί για το ζήτημα των μη εξυπηρετούμενων δανείων των ελληνικών τραπεζών.

Οι ανοιχτές προκλήσεις

Ωστόσο, θα ήταν λάθος να θεωρήσουμε ότι όλες οι προοπτικές θα είναι ρόδινες. Εξακολουθούν να υπάρχουν αρκετά ανοιχτά ερωτήματα για την ελληνική οικονομία ξεκινώντας από το μεγάλο ζήτημα των πρωτογενών πλεονασμάτων. Τόσο η κοινωνική συνοχή όσο και η όποια αναπτυξιακή προοπτική περνάει μέσα από την μείωση των πρωτογενών πλεονασμάτων, όπως έχει παραδεχτεί και ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Μόνο που δεν είναι καθόλου δεδομένο ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση αυτή τη στιγμή είναι έτοιμη να κάνει αυτή τη συζήτηση παρά την παρουσία πλέον σε ηγετικές θέσεις στελεχών με ικανότητα και αντίληψη διαπραγμάτευσης όπως η Κριστίν Λαγκάρντ.

Αντίστοιχα, όσο θα περνάει ο καιρός το ερώτημα της συνολικότερης αναδιάρθρωσης του χρέους θα αφορά και τα ζητήματα των ομολόγων. Για παράδειγμα σήμερα υπάρχει συζήτηση ως προς την έκδοση ομολόγων μεγαλύτερης διάρκειας (π.χ. 15ετούς) ακριβώς επειδή η διάρκειά του μας πηγαίνει στην περίοδο μετά το 2032, το σημείο καμπής όπου χωρίς αναδιάρθρωση το ελληνικό χρέος θα αρχίσει να έχει ξανά θέμα βιωσιμότητας με βάση τις σημερινές προβλέψεις.

Πάνω από όλα το βασικό ερώτημα είναι αυτό που αφορά την ανάπτυξη. Μέχρι τώρα η βιωσιμότητα του χρέους συνδέθηκε με την ύπαρξη υπερπλεονασμάτων που να εξασφαλίζουν την αποπληρωμή του. Όμως, μόνο η επίτευξη υψηλών ρυθμών ανάπτυξης μπορεί πραγματικά να αποκλιμακώσει την πίεση από το χρέος. Μόνο που ανάμεσα στην επιδίωξη υψηλών ρυθμών ανάπτυξης και των επίτευξή τους υπάρχει μια απόσταση. Ο φτηνότερος δανεισμός του δημοσίου συνεισφέρει, όμως χρειάζονται και διαρθρωτικές τομές και παρεμβάσεις.