Τρεις εβδομάδες πέρασαν από την ψυχρολουσία της 26ης Μαΐου, ακολούθησε το ναυάγιο της 2ας Ιουνίου, αλλά ο ΣΥΡΙΖΑ και οι φίλοι του ακόμη προσπαθούν να καταλάβουν τι συνέβη.

Τελούν σε μια πρωτοφανή σύγχυση που εκδηλώνεται σε δημόσια θέα. Αλλοτε τους φταίει ο λαός, άλλοτε τα μίντια, άλλοτε οι Πρέσπες, άλλοτε η μεσαία τάξη κι άλλοτε ο Βερναρδάκης που τα έκανε μούσκεμα με τις δημοσκοπήσεις. «Φταίει το ζαβό το ριζικό μας/ Φταίει ο Θεός που μας μισεί/ Φταίει το κεφάλι το κακό μας/ Φταίει πρώτα απ’ όλα το κρασί».

Αν όμως δεν καταλαβαίνουν γιατί έχασαν είναι επειδή ποτέ δεν κατάλαβαν γιατί νίκησαν. Διότι η σημερινή ήττα είναι απολύτως εγγεγραμμένη στη χθεσινή νίκη, τόσο απλό. Πάρτε την υπερφορολόγηση της μεσαίας τάξης.

Ολοι συμφωνούν ότι η κυβέρνηση την πλήρωσε ακριβά στην κάλπη. Επί της ουσίας όμως δεν έγινε κάποιο λάθος, ούτε συνέβη ένα ατύχημα. Δεν έτυχε από σύμπτωση. Πέτυχε. Ηταν μια συνειδητή επιλογή η οποία ενσωματώνει τον πυρήνα της αριστερής σκέψης, όση σκέψη μπορεί να διαθέτει μια τέτοια αριστερή κυβέρνηση. Αφενός επειδή η υπερφορολόγηση αποτελεί την ουσία όχι μόνο μιας οικονομικής πολιτικής αλλά και μιας πολιτικής μεθόδου, ακόμη και στην πιο εξευγενισμένη εκδοχή της σκανδιναβικής σοσιαλδημοκρατίας. Η λογική είναι ότι παίρνεις λεφτά από όσους έχουν να δώσουν για να τα μοιράσεις σε εκείνους που εσύ θέλεις να πάρουν.

 

Στην πραγματικότητα η υπερφορολόγηση αποτελεί μια αναγκαστική αναδιανομή είτε μέσω παροχών, είτε μέσω επιδομάτων. Με αυτόν τον τρόπο όμως οικοδομείται ταυτοχρόνως ένα κοινωνικό κράτος κι ένα πελατειακό δίκτυο – φυσικά με ξένες τσέπες. Γνωστά πράγματα. Τελικά εκείνο που επεδίωξε το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης με τα «ματωμένα πλεονάσματα» δεν είναι παρά η βαλκανική και ψωραλέα εφαρμογή μιας παραδοσιακής αλλά ξεπερασμένης αριστερής συνταγής.

Αφετέρου επειδή η «μεσαία τάξη» που αποτελεί το υποκείμενο της υπερφορολόγησης εξ ορισμού δεν εγγράφεται στον πολιτικό ορίζοντα της Αριστεράς. Η ίδια η αριστερή θεώρηση της κοινωνίας στηρίζεται σε διαφορετικές εκδοχές ενός απλουστευτικού δίπολου, το οποίο κατά περίπτωση υπηρετεί μια κυρίαρχη αντίθεση. Αλλοτε «κεφάλαιο – εργασία», άλλοτε «πολλοί – λίγοι», άλλοτε «λαός – ελίτ», άλλοτε «Μνημόνιο – Αντιμνημόνιο» – για να θυμηθούμε τα πρόσφατα δικά μας…

Οποιο αριστερό αναλυτικό ή συνθηματικό σχήμα κι αν επιλέξει κανείς δεν θα βρει ποτέ κάτι «μεσαίο». Το «μεσαίο» ή το «Κέντρο» δεν υπάρχει καν στο μυαλό τους. Στην καλύτερη περίπτωση είναι ψευδεπίγραφο, στη χειρότερη ύποπτο. Φυσιολογικά λοιπόν στα μάτια τους η «μεσαία τάξη» είναι μια ενοχλητική κατασκευή που δεν έχει πραγματικό λόγο αυτόνομης ύπαρξης. Δεν χρειάζεται. Αργά ή γρήγορα, οφείλει να ταυτιστεί με τον ένα ή τον άλλο πόλο, τους μόνους που η αριστερή λογική αποδέχεται ως υπαρκτούς.

 

Κάπως έτσι οι αριστεροί φωστήρες τύπου Τσακαλώτου αδυνατούν να αντιληφθούν ότι η κοινωνική στρωμάτωση δεν είναι μόνο εισοδηματική ή περιουσιακή αλλά υπακούει και σε μορφωτικά, πολιτισμικά, οικογενειακά, ακόμη και βιωματικά κριτήρια. Διότι η μεσαία τάξη στην Ελλάδα αυτοπροσδιορίζεται από μια ποικιλία παραγόντων. Προσβλέπει σε κάποια καταναλωτική ευχέρεια και σε ένα ικανοποιητικό επίπεδο ζωής, διαθέτει μορφωτική βάση, επιδιώκει την οικογενειακή ασφάλεια αλλά και την κοινωνική άνοδο, έχει τα μάτια στραμμένα στην Ευρώπη, αποστρέφεται τη βία, τις ακρότητες και τον διχασμό, φιλοδοξεί το καλύτερο για τα παιδιά της.

Τίποτα από αυτά δεν παραπέμπει σε κάποιας μορφής αριστερό αξιακό κώδικα. Είναι άνθρωποι νοικοκυραίοι στη ζωή, πατριώτες στα αισθήματα και φιλοπρόοδοι στη νοοτροπία. Αυτή η μεσαία τάξη υπήρξε δημιούργημα της Μεταπολίτευσης. Ηταν προνομιακό ακροατήριο του Κ. Σημίτη. Και σήμερα έγινε η κατ’ εξοχήν πελατεία του Μητσοτάκη. Ο ΣΥΡΙΖΑ αντιθέτως την προκάλεσε και την ενόχλησε σε όλα τα πιθανά επίπεδα Ορισμένοι επικαλούνται την «κωλοτούμπα του 2015» ως δείγμα προσγείωσης στην πραγματικότητα και εκπολιτισμού του ΣΥΡΙΖΑ. Λάθος. Είναι αντιθέτως μια τυπική εκδήλωση αριστερού αμοραλισμού.

Ο Τσίπρας επέλεξε τη συνθηκολόγηση όχι επειδή λυπήθηκε τη χώρα αλλά επειδή φοβήθηκε τις συνέπειες του αδιεξόδου στο οποίο είχε περιέλθει με δική του ευθύνη.

Η «κωλοτούμπα» άλλωστε είναι μια κλασική μέθοδος της Αριστεράς προκειμένου να διαπραγματευτεί την εξουσία.

Το 1918 στο Μπρεστ-Λιτόφσκ, ο Λένιν και ο Τρότσκι παραχώρησαν σχεδόν τη μισή Ρωσία στη Γερμανία ώστε να προλάβουν να εδραιώσουν την εξουσία τους στην άλλη μισή. Στη λογική των παλαιών μπολσεβίκων είναι η εξουσία που μετράει, όχι το πόσο κοστίζει.

Τον Απρίλιο 1944, ο Τολιάτι με προτροπή του ίδιου του Στάλιν ξέχασε τα κομμουνιστικά αναθέματα κατά της μοναρχίας και του στρατάρχη Μπαντόλιο που είχε διαδεχθεί τον Μουσολίνι με τις ευλογίες του βασιλιά. Προσγειώθηκε στην Ιταλία για να πάρει μέρος στην κυβέρνηση… Μπαντόλιο προκειμένου να ενσωματώσει το Ιταλικό ΚΚ στη μεταπολεμική νομή της εξουσίας. Ηταν η περίφημη «Svolta di Salerno».

Η «κωλοτούμπα του Σαλέρνο» θα λέγαμε τώρα. Αντιστοίχως όλη η αγωνία του ΣΥΡΙΖΑ από το 2015 ήταν η «αριστερή παρένθεση». Αυτήν ήθελαν να ξορκίσουν παρατείνοντας την παραμονή τους στην εξουσία με κάθε τρόπο.

Τα υπόλοιπα καλλιτεχνικά ήταν για τους αφελείς που τους πίστευαν. Ακόμη και οι Πρέσπες δεν ήταν τελικά παρά ένα κόλπο για να διχάσουν την αντιπολίτευση ώστε να ξαναμπούν εκείνοι στο παιχνίδι της εξουσίας. Ενα κόλπο στο οποίο εγκλωβίστηκαν τελικά οι ίδιοι και το πλήρωσαν ακριβά.