Η ήττα του ΣΥΡΙΖΑ ήταν συντριπτική. Ηταν συντριπτική γιατί η διαφορά των 10 μονάδων σημαίνει αυτοδυναμία της ΝΔ στις επερχόμενες εθνικές εκλογές. Ο ΣΥΡΙΖΑ φεύγει από την κυβέρνηση, πριν προλάβει «να καταλάβει» την εξουσία – κατά τα λεγόμενα των στελεχών του εδώ και τέσσερα χρόνια. Πριν προλάβει να στήσει τη δημοκρατία του κατά της δημοκρατίας των άλλων. Δεν είναι όμως και στρατηγική ήττα. Γιατί το ποσοστό που αυτός κατέγραψε σε σύγκριση με αυτό του Κινήματος Αλλαγής τού επιτρέπει να πλασαριστεί στην αφετηρία και να περιμένει την πιστολιά του αφέτη για τις εκλογές που θα ακολουθήσουν αυτές του Ιουλίου.

Στρατηγική ήττα υπέστη ο φόβος από την επάνοδο της Δεξιάς. Κάποιοι υποστήριζαν πως το δίλημμα αυτών των εκλογών ήταν η επάνοδος του μπαμπούλα της Δεξιάς (ΝΔ) ή ο κίνδυνος της παραμονής της Νέας Δεξιάς (ΣΥΡΙΖΑ). Το πραγματικό όμως δίλημμα ήταν το αν θα παραμείνει στο κέντρο του πολιτικού μας συστήματος ο ΣΥΡΙΖΑ ή αν θα τεθεί στο περιθώριο. Οσοι ήθελαν το πρώτο στράφηκαν προς όποιον εγγυόταν την απομάκρυνσή του από την κυβέρνηση.

Εξού και το 11% ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ που στράφηκαν στη ΝΔ. Οσοι ήθελαν το δεύτερο επέλεξαν την αφήγηση Τσίπρα για την «προοδευτική συμμαχία» κατά της Δεξιάς. Αναγορεύοντας τον ΣΥΡΙΖΑ σε Νέα Δεξιά, το ΚΙΝΑΛ έπεσε στην παγίδα που του είχε στήσει ο κ. Τσίπρας. Αντί να επικεντρωθεί στο κόστος των αντιμνημονίων, στα ψέματα που έγιναν αυταπάτες και στις αυταπάτες που με τις επιλεκτικές παροχές ξαναγίνονταν  ψέματα, στο Μάτι, στον παραγκωνισμό της αντιπολίτευσης στο Μακεδονικό, στον πολακισμό και στα κότερα, στράφηκε  κατά ενός φαντασιακού ΣΥΡΙΖΑ εκπροσώπου της δήθεν Νέας Δεξιάς.

Τα σοβαρά λάθη του κ. Μητσοτάκη, όπως αυτό με τη σύγχυση επταήμερης λειτουργίας και επταήμερης εργασίας και κυρίως η αναπαραγωγή ενός μαζικού στερεότυπου στην ελληνική κοινωνία για τις φτωχότερες συνοικίες που μπορούν να παράγουν μόνο «καλούς ψυκτικούς», δεν ήταν ικανά να σβήσουν το γεγονός πως η ΝΔ φάνταζε ως ο μοναδικός παίκτης που αμφισβητούσε χωρίς αστερίσκους τον ΣΥΡΙΖΑ. Αντιθέτως το όχι στη Δεξιά και στη Νέα Δεξιά δεν ακουμπούσε πουθενά. Ο διπολισμός δεν είναι αντικειμενική νομοτέλεια, παράγεται από ανθρώπινα λάθη. Αυτό καταδεικνύει ο πολιτικός θρίαμβος του Νίκου Ανδρουλάκη, στον οποίο οφείλεται πολύ μεγάλο ποσοστό από το 7,5% του ΚΙΝΑΛ. Η προεκλογική εκστρατεία του κινήθηκε σε εντελώς διαφορετική λογική από την κεντρική πολιτική καμπάνια του κόμματός του.

Ολα αυτά γράφονται με την ελπίδα το ΚΙΝΑΛ να στραφεί προς μια αφήγηση, η οποία θα το αναδεικνύει ως τη μοναδική δύναμη, η ενίσχυση της οποίας θα σημάνει τη στρατηγική και όχι απλά τη συντριπτική ήττα του ΣΥΡΙΖΑ και ταυτοχρόνως θα το αναδεικνύει ως κύριο αντίπαλο της ΝΔ και όχι ως «τρίτο πόλο».

Γράψτε το σχόλιο σας