Το βασικό προεκλογικό αφήγημα του ΣΥΡΙΖΑ στηρίζεται σε τρεις βασικές αιχμές που ταυτόχρονα ορίζονται και ως τρεις διαφορετικές «στιγμές» στην πορεία συνολικά της χώρας.

Πρώτον, την έξοδο της χώρας από τα μνημόνια και την ανάκτηση της «ιδιοκτησίας» ως προς την άσκηση πολιτικής.

Δεύτερον, τη δυνατότητα να υπάρξουν ξανά μέτρα αναδιανομής και «φιλολαϊκού προφίλ».

Τρίτον, την ανάπτυξη, που θα επιτρέψει να υπάρξουν ακόμη πιο διευρυμένα μέτρα αναδιανομής.

Αυτές οι τρεις πλευρές ορίζουν την κυβερνητική πολιτική περίπου από το δεύτερο μισό του 2017 και ακόμη περισσότερο από το καλοκαίρι του 2018 και μετά.

Αποτελούν τις αιχμές του δόρατος της προεκλογικής εκστρατείας, όχι μόνο σε επίπεδο ρητορικής, αλλά και σε επίπεδο πρακτικής με την κυβέρνηση να επιλέγει να κάνει το πρώτο πακέτο «μέτρων αναδιανομής» λίγες μέρες πριν από τις εκλογές.

Όμως, όσο περνάει ο καιρός αναδεικνύονται και οι αντιφάσεις αυτού του αφηγήματος.

Μια «έξοδος από τα μνημόνια» που δεν μοιάζει με πραγματική έξοδο

Η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα επένδυσε πάρα πολύ στο να μπορεί να εξαγγείλει το «τέλος του ελληνικού προγράμματος», δηλαδή το «τέλος των μνημονίων» και την έξοδο της χώρας από μια ιδιαίτερα αυστηρή και παρεμβατική επιτήρηση της ελληνικής οικονομικής, δημοσιονομικής και κοινωνικής πολιτικής από τους εκπροσώπους της Τρόικας, μέσω κυρίως του μηχανισμού της αξιολόγησης.

Όμως, για να μπορέσει να πάρει αυτή την τυπική έξοδο από τους δανειστές μας (που επίσης δεν ήθελαν να πάνε σε προεκλογική περίοδο με «ανοιχτό το ελληνικό πρόβλημα»), η κυβέρνηση δέχτηκε την παράταση της πραγματικής επιτήρησης από τους «θεσμούς».

Αυτό φάνηκε στη διαπραγμάτευση για τη «δόση» από τα κέρδη των ελληνικών ομολόγων που διακρατούσαν οι ευρωπαϊκές κεντρικές τράπεζες, όπου με έναν τρόπο ανάλογο με αυτό των δανειακών δόσεων οι δανειστές κατάφεραν να επιβάλουν περιορισμούς ως προς το ποιοι τελικά θα ευεργετούνταν από τη ρύθμιση για την προστασία της πρώτης κατοικίας που θα διαδεχόταν το νόμο Κατσέλη.

Αυτό φαίνεται και τώρα στις αντιδράσεις των «θεσμών» στα κυβερνητικά μέτρα, όπως και σε πλήθος δημοσιευμάτων στον ευρωπαϊκό τύπο. Και μη νομίσετε ότι αυτές οι παρεμβάσεις είναι απλώς ρητορικές. Έχουν και υλικό αντίκτυπο.

Για παράδειγμα, η Ελλάδα θέλει να αποπληρώσει πρόωρα τα δάνεια στο ΔΝΤ που έχουν υψηλότερα επιτόκια από τον δανεισμό από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό. Αυτό θα επιτρέψει σημαντική εξοικονόμηση πόρων, περίπου 150 εκατομμύρια ευρώ. Όμως, αυτό περνάει μέσα από την έγκριση των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων. Ο ίδιος ο επικεφαλής του ESM Κλάους Ρέγκλινγκ υποστήριξε ότι υπάρχουν κυβερνήσεις που θα εξαρτήσουν την έγκρισή τους από την πρόοδο των μεταρρυθμίσεων στην Ελλάδα.

Όμως, και απλές δηλώσεις ή «διαρροές» δυσαρέσκειας των ευρωπαϊκών θεσμών έχουν δείξει να επηρεάζουν την ελληνική οικονομία, π.χ. με το να συμβάλουν στη διαμόρφωση των αποδόσεων των ελληνικών ομολόγων άρα και στη δυνατότητα ή μη εξόδου στις αγορές με όρους συμφέροντες.

Όλα αυτά σημαίνουν ότι απέχουμε ακόμη αρκετά από την πραγματική «ανάκτηση της ιδιοκτησίας στην άσκηση πολιτική». Άλλωστε, σε ένα ευρωπαϊκό πλαίσιο όπου ακόμη και οι χώρες του ευρωπαϊκού κέντρου υπόκεινται στο «ευρωπαϊκό εξάμηνο» είναι ασαφές εάν και κατά πόσο πια μπορεί να υπάρξει.

Τα όρια της αναδιανομής

Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι επιτέλους φέρνει μέτρα αναδιανομής. Σε αυτά συμπεριλαμβάνει ένα φάσμα από μέτρα όπως είναι η αύξηση του κατώτατου μισθού, η κατάργηση του υποκατώτατου, η 13η σύνταξη, τα μέτρα μερικής μείωσης του ΦΠΑ, οι 120 δόσεις, η υπόσχεση για επιπλέον φορολογικές ελαφρύνσεις.

Ωστόσο, η πραγματικότητα είναι ότι τα μέτρα αυτά σε κανένα βαθμό δεν διορθώνουν τις πολύ μεγάλες απώλειες που είχαν κυρίως τα στρώματα των μισθωτών τα προηγούμενα χρόνια. Στην καλύτερη των περιπτώσεων απλώς ανακόπτουν τη συνεχή μείωση των πραγματικών εισοδημάτων που καταγράφεται.

Όμως, θα ήταν λάθος να πούμε ότι η ελληνική κοινωνία γίνεται λιγότερο άνιση, έστω εάν ένα φάσμα επιδομάτων δείχνει να διορθώνει κάπως τους πολύ υψηλούς δείκτες ανισότητας που θα είχαμε κανονικά.

Επιπλέον, η ίδια η προσπάθεια της κυβέρνησης να εξασφαλίσει τους πόρους για αυτά τα μέτρα έστω ήπιας αναδιανομής καταλήγει τελικά να αναπαράγει το πρόβλημα. Γιατί η εξοικονόμηση των πόρων για τα «μέτρα ελάφρυνσης», περνάει μέσα από πολιτικές λιτότητας, που περικόπτουν τη δημόσια δαπάνη σε άλλους τομείς και ιδίως το πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων με τις δυνατότητες αναπτυξιακής δυναμικής που μπορεί να έδινε.

Ουσιαστικά, θα μπορούσε κανείς να μιλήσει και για έναν ιδιότυπο φαύλο κύκλο όπου πολιτικές λιτότητας θα χρησιμοποιούνται για να καταπολεμηθούν υποτίθεται τα αποτελέσματα της λιτότητας.

Και όλα αυτά την ώρα που τα πραγματικά περιθώρια αναδιανομής είναι πολύ περιορισμένα και η ανάγκη επίτευξης των δημοσιονομικών στόχων θα αναπαράγει μια ιδιότυπη συνθήκη «δαμόκλειας σπάθης» πάνω από τις όποιες «φιλολαϊκές πολιτικές» αφού θα καραδοκούν οι ελεγκτικοί ευρωπαϊκοί μηχανισμοί.

Η ανάπτυξη που δεν έρχεται

Μία διέξοδος θα ήταν όντως η επίτευξη ισχυρών αναπτυξιακών ρυθμών. Μια σταθερή ανοδική τάση του ΑΕΠ θα ενίσχυε την τάση υποχώρησης της ανεργίας, θα αύξαινε τη φορολογική βάση, άρα και τα φορολογικά έσοδα, και μεγαλώνοντας την «πίττα» θα διαμόρφωνε όρους για πραγματική αναδιανομή και πολιτικές που να αναβαθμίζουν τους εργαζομένους αντί απλώς να τους εξασφαλίζουν την επιβίωση.

Η Ελλάδα έχει αυτή τη στιγμή όντως σχετικά υψηλότερους αναπτυξιακούς ρυθμούς από άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όμως αυτό οφείλεται στο ότι στην Ευρώπη υπάρχει αυτή τη στιγμή στασιμότητα και δεν είναι λίγοι εκείνοι που υποστηρίζουν ότι υπάρχει πραγματικό ενδεχόμενο νέας ύφεσης.

Μάλιστα, αυτή η ευρωπαϊκή στασιμότητα και πιθανή ύφεση είναι και ένα από τα πιθανά σημαντικά προβλήματα που θα αντιμετωπίσει και η ελληνική οικονομία, με κίνδυνο να διακυβευτεί ακόμη και η τωρινή έστω και μερική αναπτυξιακή δυναμική. Ο λόγος είναι ότι στασιμότητα ή ύφεση στην Ευρώπη θα σημαίνει και υποχώρηση των ελληνικών εξαγωγών, που είχαν μια συνεισφορά στη μέχρι τώρα αναπτυξιακή δυναμική.

Επιπλέον, αν κανείς κοιτάξει την ίδια την κατάσταση της ελληνικής οικονομίας δεν θα δει τους όρους μιας μεσοπρόθεσμης αναπτυξιακής δυναμικής. Εξακολουθούμε να θεωρούμε ατμομηχανή τον τουρισμό, να εξετάζουμε την «απορροφησιμότητα» αλλά όχι την αποτελεσματικότητα των διαφόρων επενδυτικών σχεδίων, να βαφτίζουμε επενδύσεις τις απλές ιδιωτικοποιήσεις και επί της ουσίας να μη συγκρατούμε τον κύριο όγκο του μορφωμένου νέου δυναμικού της χώρας. Ούτε έχει επεξεργαστεί η κυβέρνηση αυτή όντως σχέδια. Αναρωτιέται κανείς τι έμεινε – και κυρίως τι εφαρμόστηκε – από τα αναπτυξιακά συνέδρια που έκανε πέρσι ο πρωθυπουργός και βασικοί υπουργοί και μήπως τελικά ήταν απλώς μια πρόωρη εκκίνηση της προεκλογικής εκστρατείας.

Βέβαια, ούτε από την αντιπολίτευση έχουν υπάρξει πιο συγκεκριμένες προτάσεις πέραν της γενικής επίκλησης μέτρων που υποτίθεται ότι θα διευκολύνουν την επένδυση, όπως η μείωση της φορολογίας ή η καταπολέμηση της γραφειοκρατίας.

Μόνο που ο συνδυασμός ανάμεσα σε ένα συμφωνημένο πολύ αυστηρό δημοσιονομικό πλαίσιο με την απουσία αναπτυξιακού σχεδίου σημαίνει το διαρκή κίνδυνο οποιοδήποτε «φιλολαϊκό» μέτρο να αντιμετωπίζεται ως «δημοσιονομικός εκτροχιασμός» και κατά συνέπεια την παραμονή στο συνδυασμό ανάμεσα στην αναιμική ανάπτυξη και τη λιτότητα.