Είκοσι μία ημέρες πριν από την επίσημη έναρξη της τουριστικής σεζόν, θα σας πάω στη Μύκονο – μακριά από τη Βουλή δηλαδή. Και θα σας πάω γιατί αν συμφωνείτε με το γνωστό στερεότυπο πως ο τουρισμός είναι η βαριά βιομηχανία της χώρας, σε ένα τέτοιο δεδομένο, η Μύκονος είναι το μεγαλύτερο εργοστάσιο στην άτυπη αλυσίδα παραγωγής.

Στο μοντέλο της συγκεντρώνονται όλα τα νέα στοιχεία, οι νέες τάσεις επιχειρηματικότητας, ο οδικός χάρτης των πιο ευέλικτων σχέσεων εργασίας, ακόμη και του νέου τουριστικού ανθρωπότυπου – αυτού του μοντέρνου νομάδα που ταξιδεύει πιο γρήγορα και πιο πολύ από ποτέ.

Ολα τα σημάδια λοιπόν λένε πως φέτος στη Μύκονο θα γίνει το αδιαχώρητο. Σχεδόν αυτόνομη από την υπόλοιπη πραγματικότητα της χώρας, μια πλωτή Ντίσνεϊλαντ ευμάρειας για τους κροίσους που την επιλέγουν, διεξάγει μόνη της την προβολή της, οι πολιτικοί κυβερνώντες ή μη περνάνε από εδώ αμήχανα και απλώς ενημερώνονται για το εξπρές τρένο που τρέχει μπροστά τους.

Τα νέα επιχειρηματικά σχήματα, επενδύοντας πάνω στην εναπομείνασα ομορφιά της, φαραωνικά και ασύνορα στην πλεονεξία, πολύ λίγο λαμβάνουν υπόψη τη σοφή γεωμετρία του τόπου.

Οχι, ακόμη πολυκατοικίες δεν έχει το νησί. Τείνει όμως να μεταμορφωθεί σε πόλη, ένα συνεχές φώτων, οικισμών και σπιτιών, ένα επίνειο της Αθήνας και μια πολύβουη πολιτεία τριών – τεσσάρων μηνών με μαύρα τζιπ, υπηρεσίες μοντέρνων θυρωρών, μια φάμπρικα ευζωίας για τους ευμαρείς επισκέπτες.

Το brand Mykonos, λοκομοτίβα του μαζικού τουρισμού, διακρίνεται, εξαπλώνεται μέσω της εικόνας, του Instagram και της προφορικής εμπειρίας, συχνά οι ξένοι δεν ξέρουν τη χώρα, ξέρουν το νησί, χιλιάδες λαϊκά παιδιά κάνουν οικονομίες στη Νάπολι για ένα τριήμερο. Οι Αραβες και οι Ρώσοι κάνουν ρεζερβέ μια ξαπλώστρα στην Ψαρού, μήνες πριν. Η μισή Ελλάδα μεταναστεύει στη Μύκονο για μερικούς μήνες, έχοντας την ελπίδα να μη δουλεύει τους υπόλοιπους, απασχολείται στη χρυσή φάμπρικα, ζει το δικό της αμερικανικό όνειρο ή σιχτιρίζει τον ακριβό τρόπο ζωής και διαμένει στη σκιά των αραβικών ιαχών και των ασύδοτων κροίσων – σε μικρά δωμάτια χωρίς φως.

Αν η υπόλοιπη χώρα παλεύει ακόμη με τα rent a room και τις συσκευασμένες μαρμελάδες στα ξενοδοχεία, στη Μύκονο μπορείς να βρεις μπουτίκ hotel πιο εύκολα από το νερό, μπορείς να αγοράσεις το οτιδήποτε ή να έχεις το οτιδήποτε, πριν από μερικά χρόνια, ακόμη και ντελίβερι με σκάφος – αν είχες σκάφος.

Τα γράφω όλα αυτά, ενώ το νησί κατοικείται ακόμη από ντόπιους, διατηρεί ακόμη μια κάποια ταυτότητα και βέβαια είναι διαστρωματωμένο και θνητό. Οι δε ντόπιοι και οι εξ αγχιστείας ντόπιοι αυτές τις ημέρες διεξάγουν τον δικό τους προεκλογικό αγώνα, πολλοί εξ αυτών είναι υποψήφιοι με τα τρία σχήματα που κατεβαίνουν για τον δήμο, άλλοι και για την Περιφέρεια Νότιου Αιγαίου. Ορισμένοι εξ αυτών εντάσσουν στην εκλογική τους ρητορική το πώς φαντάζονται τον τουρισμό στο νησί, άλλοι στέκονται στα τοπικά θέματα και στις τεχνολογίες επιβίωσης. Κι εδώ έχει σκουπίδια, traffic, θέμα με το νερό, αυτά που απασχολούν όλους τους δήμους της χώρας. Με μια διαφορά. Δεν είναι λίγοι αυτοί που παρατηρούν πως το νησί δεν μπορεί να διοικηθεί. Είναι στον αυτόματο.

Οι τοπικοί άρχοντες εδώ και μια δεκαετία δεν μπορούν να προβούν σε ρήξεις, σε οριοθετήσεις, στην υπεράσπιση της ταυτότητας που προσείλκυσε από τις αρχές του αιώνα τόσο κόσμο. Το τοπικό συμπιέζεται από το παγκόσμιο. Ο καπιταλισμός εδώ είναι πούρος, οι δυνατότητες αυτοτελούς άσκησης εξουσίας ελάχιστες. Τα μεγάλα τραστ με τους σεκιουριτάδες και τους στρατούς φαντάζουν πάνω από κανόνες και όρια. Το νέο και πιθανώς τελευταίο μεγάλο στοίχημα για τους νέους αιρετούς που θα προκύψουν στις 26 Μαΐου είναι να μη χάσει το νησί ολότελα την ψυχή του.

Γράψτε το σχόλιό σας