«Δυστυχώς, παρατηρήθηκαν μεμονωμένα περιστατικά όπου η εταιρική διακυβέρνηση και ο εσωτερικός έλεγχος τραπεζών και επιχειρήσεων δεν ανταποκρίθηκαν στις προσδοκίες και απέτυχαν στην αποστολή τους», υποπγράμμισε, μεταξύ άλλων, ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας μιλώντας σήμερα, Ινστιτούτο Εσωτερικών Ελεγκτών Ελλάδας.

Αναφερόμενος στο έργο της πρόληψης και καταστολής της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες (money laundering) υποστήριξε ότι παραμένει εθνική αρμοδιότητα στην οποία η Τράπεζα της Ελλάδος αποδίδει τη δέουσα σημασία. Ο ίδιος υπενθύμισε ότι σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες οι μηχανισμοί ελέγχου τόσο των τραπεζών όσο και των εποπτών καθυστέρησαν να εντοπίσουν ουσιώδεις παραβιάσεις του πλαισίου, με δυσμενείς επιπτώσεις στη λειτουργία και στη φήμη πιστωτικών ιδρυμάτων. «Η εκτεταμένη φοροδιαφυγή, οι εναπομείναντες περιορισμοί στην κίνηση κεφαλαίων και το μεταναστατευτικό καθιστούν το ρόλο του εσωτερικού ελέγχου ακόμη πιο σημαντικό σε αυτά τα θέματα στην περίπτωση της Ελλάδας» κατέληξε ο κ. Στουρνάρας.

Μιλώντας για τους εσωτερικούς ελέγχους και τη σημασία τους στον χρηματοπιστωτικό τομέα τόνισε:

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, το πλαίσιο για την εταιρική διακυβέρνηση και τον εσωτερικό έλεγχο καθορίζεται από την Οδηγία για τις Κεφαλαιακές Απαιτήσεις IV (CRD IV), τις εποπτικές απαιτήσεις του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού (Single Supervisory Mechanism – SSM) και τις κατευθυντήριες γραμμές της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών (EAT). Στην Ελλάδα συμπληρώνεται από την εθνική νομοθεσία για την εταιρική διακυβέρνηση, καθώς και το πλαίσιο αρχών λειτουργίας και κριτηρίων αξιολόγησης της οργάνωσης και των Συστημάτων Εσωτερικού Ελέγχου των πιστωτικών και χρηματοδοτικών ιδρυμάτων που έχει διαμορφώσει η Τράπεζα της Ελλάδος με την ΠΔ 2577/2006, όπως ισχύει.

Δεν θέλω να σας κουράσω με εκτενείς αναφορές στις απαιτήσεις του ευρωπαϊκού και του εθνικού πλαισίου. Θα σταθώ μόνο επιλεκτικά σε επιμέρους σημεία που θέλω να αναδείξω.

Κατ’ αρχάς, η διάρθρωση του Συστήματος Εσωτερικού Ελέγχου βασίζεται σε μια λειτουργική προσέγγιση τριών επιπέδων, το διεθνώς αποκαλούμενο μοντέλο των τριών γραμμών άμυνας (Three Lines of Defence). Στην πρώτη γραμμή άμυνας κάθε επιχειρησιακή μονάδα έχει την πρωταρχική ευθύνη για τη διαχείριση των κινδύνων που προκύπτουν από τη δραστηριότητά της καθώς και τη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας και αποδοτικότητας του έργου της. Οι λειτουργίες διαχείρισης κινδύνων και κανονιστικής συμμόρφωσης αποτελούν τη δεύτερη γραμμή άμυνας, προωθώντας και υποστηρίζοντας τους ελέγχους και τις ισορροπίες (checks and balances) και λειτουργώντας ανεξάρτητα από την πρώτη γραμμή άμυνας. Η λειτουργία εσωτερικής επιθεώρησης αποτελεί την τρίτη γραμμή άμυνας, διεξάγοντας επιθεωρήσεις και υποστηρίζοντας με ανεξάρτητο και αντικειμενικό συμβουλευτικό έργο το διοικητικό συμβούλιο. Η λειτουργία εσωτερικής επιθεώρησης είναι επιφορτισμένη με τον ανεξάρτητο έλεγχο των δύο πρώτων επιπέδων, προκειμένου να παρέχει διαβεβαίωση προς τη διοίκηση ότι  το πλαίσιο διακυβέρνησης, η διαχείριση των κινδύνων και το σύστημα εσωτερικού ελέγχου λειτουργούν αποτελεσματικά. Η εσωτερική επιθεώρηση προωθεί την υιοθέτηση βέλτιστων πρακτικών, την αντιμετώπιση των καίριων αδυναμιών και την ευαισθητοποίηση της διοίκησης σχετικά με τα αναγκαία διορθωτικά μέτρα.

Σημαντικό ρόλο στη διακυβέρνηση των πιστωτικών ιδρυμάτων διαδραματίζει η Επιτροπή Ελέγχου, η οποία επιβλέπει το σύστημα εσωτερικού ελέγχου με απώτερο σκοπό την ενδυνάμωση της κουλτούρας του οργανισμού ως προς τη διαχείριση κινδύνων.

Επίσης, κομβικής σημασίας είναι η καλή συνεργασία με τους εξωτερικούς ελεγκτές. Οι εξωτερικοί ελεγκτές βασίζονται ως ένα βαθμό στο έργο των εσωτερικών ελεγκτών και η συνεργασία μαζί τους πρέπει να διέπεται από εμπιστοσύνη και πνεύμα αμοιβαίου σεβασμού. Η συνεργασία αυτή αποκτά ιδιαίτερη αξία σε ορισμένες περιπτώσεις. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η εφαρμογή του Διεθνούς Προτύπου Χρηματοοικονομικής Πληροφόρησης 9 (IFRS9) για τα χρηματοπιστωτικά μέσα. Στο μέλλον από τη συνεργασία αυτή θα μπορούσαν να προκύψουν εποικοδομητικές και εμπεριστατωμένες προτάσεις σχετικά με τον περιορισμό ενδεχόμενων παρενεργειών από την εφαρμογή του πλαισίου εποπτικών προβλέψεων (provisioning calendar), για παράδειγμα σε περιπτώσεις μαζικών πωλήσεων μη εξυπηρετούμενων δανείων.

Εστιάζοντας στις εποπτικές πρακτικές και απαιτήσεις, το πλαίσιο εσωτερικής διακυβέρνησης και διαχείρισης κινδύνων είναι μια από τις περιοχές που εξετάζεται στο πλαίσιο της Διαδικασίας Εποπτικού Ελέγχου και Αξιολόγησης (Supervisory Review and Evaluation Process – SREP). Στο πλαίσιο αυτό εξετάζονται μεταξύ άλλων:

  • Ο βαθμός οργανωτικής ανεξαρτησίας της λειτουργίας εσωτερικού ελέγχου από τους επικεφαλής των επιχειρησιακών μονάδων και η διασφάλιση της αντικειμενικότητας των εσωτερικών ελεγκτών μέσω της απευθείας αναφοράς και πρόσβασής τους στη διοίκηση.
  • Η επάρκεια στελέχωσης της λειτουργίας εσωτερικού ελέγχου σε όρους προσωπικού, γνώσεων και δεξιοτήτων, ώστε να είναι σε θέση να φέρει εις πέρας τα κύρια καθήκοντά της και το ετήσιο πλάνο ελέγχων, περιλαμβανομένων της διαχείρισης κινδύνων, της κανονιστικής συμμόρφωσης, της εσωτερικής διαδικασίας αξιολόγησης της επάρκειας κεφαλαίου (internal capital adequacy assessement process – ICAAP), της εσωτερικής διαδικασίας αξιολόγησης της επάρκειας ρευστότητας (internal liquidity adequacy assessment process – ILAAP), και εσωτερικών υποδειγμάτων.
  • Η δέσμευση της διοίκησης να στηρίζει τη λειτουργία εσωτερικού ελέγχου, ώστε να εφαρμόζονται εγκαίρως και αποτελεσματικά οι διορθωτικές ενέργειες που κρίνονται αναγκαίες, με σκοπό να αντιμετωπίζονται τυχόν αδυναμίες που έχουν εντοπιστεί.

Στο πλαίσιο αυτό, η διοίκηση οφείλει να στελεχώνει κατάλληλα τις μονάδες εσωτερικού ελέγχου, να αξιολογεί, σύμφωνα με τα διεθνή πρότυπα, την ποιότητα των παρεχόμενων από την επιθεώρηση υπηρεσιών και να επαναξιολογεί το βαθμό στον οποίο η επιθεώρηση εξετάζει όλη την έκταση των εργασιών του οργανισμού, συμπεριλαμβανομένων των λειτουργιών της δεύτερης γραμμής άμυνας.

Ιδιαίτερη έμφαση θα ήθελα να δώσω σε θέματα πρόληψης και καταστολής της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας (Anti-Money Laundering – AML). Όπως γνωρίζετε παραμένει εθνική αρμοδιότητα στην οποία η Τράπεζα της Ελλάδος αποδίδει τη δέουσα σημασία. Σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες οι μηχανισμοί ελέγχου τόσο των τραπεζών όσο και των εποπτών καθυστέρησαν να εντοπίσουν ουσιώδεις παραβιάσεις του πλαισίου, με δυσμενείς επιπτώσεις στη λειτουργία και στη φήμη πιστωτικών ιδρυμάτων. Η εκτεταμένη φοροδιαφυγή, οι εναπομείναντες περιορισμοί στην κίνηση κεφαλαίων και το μεταναστατευτικό καθιστούν το ρόλο του εσωτερικού ελέγχου ακόμη πιο σημαντικό σε θέματα AML στην περίπτωση της Ελλάδας.

Συνοψίζοντας, ο εσωτερικός έλεγχος δεν θα πρέπει να εξαντλείται στον έλεγχο της τήρησης των διαδικασιών και πολιτικών του πιστωτικού ιδρύματος και στην αποτροπή φαινομένων απάτης. Ο εσωτερικός έλεγχος οφείλει να λειτουργεί ως «η φωνή της συνείδησης» ενός οργανισμού, διασφαλίζοντας την ουσιαστική  στην αποστολή του, τις αρχές του και τις εποπτικές απαιτήσεις. Στην παρούσα συγκυρία, μία εύρωστη λειτουργία εσωτερικού ελέγχου, οπλισμένη με την απαραίτητη δικαιοδοσία και την ανεξαρτησία που απαιτείται για την εκπλήρωση του ρόλου της, αποτελεί ουσιαστικό σύμμαχο στο έργο της διοίκησης.

Κυρίες και κύριοι,

Το 2019 είναι έτος σημαντικών προκλήσεων, καθώς οι οικονομικοί και χρηματοπιστωτικοί κίνδυνοι, εγχώριοι και εξωτερικοί, παραμένουν. Δεν υπάρχουν επομένως περιθώρια εφησυχασμού. Η επιτυχής πορεία της Ελλάδας στη νέα, μετά την κρίση, ευρωπαϊκή κανονικότητα συνεπάγεται αυστηρές δεσμεύσεις για τη διασφάλιση των μέχρι σήμερα πολύ σημαντικών επιτευγμάτων, την άσκηση συνετής οικονομικής πολιτικής για την εξάλειψη των εναπομενουσών ανισορροπιών και την απαρέγκλιτη συνέχιση των μεταρρυθμίσεων, ώστε να ολοκληρωθεί η ασφαλής μετάβαση της ελληνικής οικονομίας σε ένα βιώσιμο παραγωγικό πρότυπο.

Οι τράπεζες στέκονται αρωγοί σε αυτή την προσπάθεια εθνικής ανάταξης, δίνοντας έμφαση στην αποτελεσματική διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων και στη χρηματοδότηση της υγιούς επιχειρηματικότητας. Στο πλαίσιο αυτό, ο ρόλος του Ινστιτούτου Εσωτερικών Ελεγκτών Ελλάδας στην προαγωγή των αρχών εταιρικής διακυβέρνησης και στην ενίσχυση της λειτουργίας του εσωτερικού ελέγχου αποκτά κομβική σημασία, ώστε η εξυγίανση του δανειακού χαρτοφυλακίου και η αναδιάταξη του επιχειρηματικού τοπίου να γίνουν με διαφάνεια και αμεροληψία, ενισχύοντας την εμπιστοσύνη των καταθετών και της επιχειρηματικής κοινότητας στο τραπεζικό σύστημα. Η Τράπεζα της Ελλάδος αναγνωρίζει τη σημασία των επαγγελματικών ενώσεων, στην προαγωγή των κατάλληλων αρχών, αξιών και προτύπων συμπεριφοράς, καθώς και στη διαμόρφωση της δέουσας επαγγελματικής συνείδησης.

Γράψτε το σχόλιό σας