Τα όσα συμβαίνουν τις τελευταίες ώρες στη Βουλή, στη συζήτηση για τη συνταγματική αναθεώρηση δείχνουν ότι υπάρχει σοβαρό έλλειμμα… σοβαρότητας. Με την κυβέρνηση να επιδίδεται σε τακτικισμούς και σε παιχνίδια με το Σύνταγμα μόνο και μόνο για να περάσει τις δικές της θέσεις.

Μια τόσο σοβαρή διαδικασία έχει μετατραπεί σε φαρσοκωμωδία.

Το νέο ανδραγάθημα του ΣΥΡΙΖΑ είναι ότι εξετάζει το ενδεχόμενο οι βουλευτές του να απέχουν από τη δεύτερη ψηφοφορία ώστε να μην περάσει η πρότασή του για την αλλαγή του άρθρου 32 που αφορά στην εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας, όπως προέκυψε από τα όσα ανέφερε ο εισηγητής του ΣΥΡΙΖΑ, Γιώργος Κατρούγκαλος σε δημοσιογράφους σχολιάζοντας τη στάση της ΝΔ και τις πιθανές αντιδράσεις της κυβέρνησης.

Σημειώνεται ότι η ΝΔ τάχθηκε υπέρ της υπερψήφισης του άρθρου, επομένως θα έπαιρνε πάνω από 180 ψήφους, κάτι που το καθιστά αναθεωρήσιμο από την επόμενη Βουλή ακόμη και με 151 ψήφους και κατ’ επέκταση άμεσα εφαρμόσιμο από τις επόμενες διαδικασίες εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας, αφαιρώντας το όπλο της «δεξιάς παρένθεσης» από τον ΣΥΡΙΖΑ μέσω μιας επανάληψης της εκλογής του 2014.

Με τη δήλωση του Γ.Κατρούγκαλου να προκαλεί σάλο και τη ΝΔ να τη χαρακτηρίζει «μνημείο κοινοβουλευτικού αυτοεξευτελισμού» ο αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών έσπευσε να μιλήσει για διαστρέβλωση και fake news, τονίζοντας πως τίποτε δεν αλλάζει στη στάση του ΣΥΡΙΖΑ σε σχέση με το άρθρο 32.

Τη σκυτάλη πήρε το Μαξίμου κατηγορώντας τη ΝΔ ότι προσπαθεί να ευτελίσει την κορυφαία θεσμική διαδικασία του πολιτεύματος.

Και η κόντρα καλά κρατεί για μια διαδικασία που θα έπρεπε να είναι γιορτή της Δημοκρατίας.

Η διαδικασία της συνταγματικής αναθεώρησης είναι η κορυφαία κοινοβουλευτική διαδικασία, καθώς δεν αφορά μια επιμέρους ρύθμιση αλλά το γενικό πλαίσιο με το οποίο λειτουργούν οι θεσμοί στη χώρα μας.

Σε μια εποχή μεταβατική, όπως, είναι η δική μας, μια τέτοια διαδικασία αποκτά ξεχωριστεί βαρύτητα. Και αυτό γιατί έχουν προκύψει πολύ σημαντικές προκλήσεις για τις σύγχρονες δημοκρατίες, από την αυξανόμενη διεθνοποίηση της οικονομίας και το ειδικό θεσμικό πρωτείο που αποκτούν σε ορισμένες πλευρές της ζωής μας οι υπερεθνικοί οργανισμοί όπως η ΕΕ μέχρι τις νέες απαιτήσεις για την κατοχύρωση της ισότητας και την καταπολέμηση όλων των διακρίσεων και από τα ερωτήματα που αφορούν την αποτελεσματικότερη λειτουργία της δικαιοσύνης έως τον ακόμη μεγαλύτερο περιορισμό της όποιας ασυλίας διαθέτουν οι φορείς εξουσίας.

Την ίδια στιγμή, η ίδια η φύση του Συντάγματος και της αναθεώρησής του περνούν μέσα από τη διαμόρφωση συναίνεσης, με την έννοια της ύπαρξης ενός ισχυρού πολιτικού (και κατ’ επέκταση κοινωνικού) μπλοκ που υποστηρίζει τις συγκεκριμένες προτάσεις αναθεώρησης.

Αυτό αποτυπώνει και η ίδια η διαδικασία ψηφοφορίας, όπως αυτή ορίζεται ως διαδικασία που απλώνεται σε δύο διαδοχικές βουλές και όπου το κλειδί παραμένει η επίτευξη πλειοψηφίας τριών πέμπτων επί του συνόλου του βουλευτών (180 ψήφοι).

Στο στοιχείο της συναίνεσης είναι κρίσιμο, γιατί διαφορετικά το ενδεχόμενο είναι να οδηγηθούν τα πράγματα σε μια ελλιπή αναθεώρηση όπως έγινε το 2007-2008. Θυμίζουμε ότι τότε παρότι αρχική η διαδικασία έδειχνε να πηγαίνει σε μια ευρεία συναίνεση της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ, η μεγάλη φοιτητική έκρηξη κατά της αναθεώρησης του άρθρου 16 του Συντάγματος οδήγησε στην άρνηση του ΠΑΣΟΚ να στηρίξει την αναθεώρηση και άρα στην αναθεωρητική Βουλή να υπερψηφιστούν μόνο επιμέρους διατάξεις.

Η τακτική της κυβέρνησης

Η αναθεώρηση του Συντάγματος είχε κομβική βαρύτητα σε μια ορισμένη εκδοχή αριστερής στρατηγικής το τελευταίο διάστημα. Μάλιστα, στη Βενεζουέλα, ο Ούγκο Τσάβες είχε δώσει αρχικά μεγαλύτερη βαρύτητα στο να εξασφαλίσει στην αλλαγή του συντάγματος παρά σε άλλες πλευρές της πολιτικής, θεωρώντας ότι εκεί βρισκόταν το κλειδί για μια διαδικασία κοινωνικής αλλαγής.

Στην Ελλάδα είναι γεγονός ότι επισήμως ο ΣΥΡΙΖΑ σε γενικές γραμμές δεν υιοθετούσε τέτοιες απόψεις. Μόνο ο νυν αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών και εισηγητής εκ μέρους του ΣΥΡΙΖΑ κ. Γ. Κατρούγκαλος είχε υποστηρίξει εν μέσω «αντιμνημονιακού κινήματος» ότι μια κυβέρνηση της αριστεράς θα πρέπει να συμπεριφερθεί ως εάν η Βουλή να είναι Συντακτική και να προχωρήσει σε ευρείες θεσμικές ανατροπές. Ωστόσο, φαίνεται πώς πρυτάνευσαν πιο μετρημένες απόψεις.

Παρότι ο ΣΥΡΙΖΑ ανακοίνωσε το 2016 τη διαδικασία αναθεώρησης ως μια κομβική πλευρά της πολιτικής του, στην πραγματικότητα για δύο χρόνια δεν τροφοδότησε τη δημόσια σφαίρα με κάποιες ιδιαίτερες παρεμβάσεις. Το ζήτημα φάνταζε να μην είναι μεγάλη προτεραιότητα. Όμως, τελικά –και στο πλαίσιο της λογικής της εξόδου από τα μνημόνια και της επιστροφής της πολιτικής– η πρόταση κατατέθηκε.

Στην πραγματικότητα είναι ένα μείγμα προτάσεων που απηχούν είτε κοινούς τόπους με άλλα κόμματα, όπως είναι οι αλλαγές στο νόμο περί ευθύνης υπουργών, είτε πάγιες αριστερές θέσεις, όπως είναι η απλή αναλογική και η συχνότερη καταφυγή σε δημοψηφίσματα ή οι συμβολισμοί σε σχέση με την μεγαλύτερη απόσταση μεταξύ εκκλησίας και κράτους (με την υπογράμμιση της θρησκευτικής ουδετερότητας), είτε είναι αρκετά μακριά από τις παραδόσεις της αριστεράς όπως για παράδειγμα η πρόταση για «εποικοδομητική» πρόταση δυσπιστίας (δηλαδή την ανάγκη η πρόταση δυσπιστίας να συνδυάζεται με «εποικοδομητική» πρόταση πρωθυπουργού).

Την ίδια ώρα ο ΣΥΡΙΖΑ διατύπωσε και μια ερμηνευτική πρόταση για την όλη διαδικασία με την οποία δεν συμφωνεί κανένα άλλο κόμμα. Σύμφωνα με το κυβερνών κόμμα η τωρινή Βουλή δεσμεύει την επόμενη Βουλή όχι μόνο ως προς τα άρθρα που θα τεθούν σε αναθεώρηση αλλά ως προς το περιεχόμενο.

Υποστηρίζει δηλαδή ότι η επόμενη Βουλή θα μπορεί να τοποθετηθεί (υπέρ ή κατά) μόνο επί του περιεχομένου που θα έχει προταθεί από την πλειοψηφία της προηγούμενης. Όλα τα άλλα κόμματα υποστηρίζουν ότι δεν τίθεται τέτοιο θέμα και ότι η τωρινή Βουλή απλώς αποφασίζει ποια άρθρα θα αναθεωρηθούν, το περιεχόμενο και η κατεύθυνση της αναθεώρησης είναι υπόθεση της επόμενης Βουλής.

Η στάση της αντιπολίτευσης

Η Νέα Δημοκρατία, που αρχικά είχε υποστηρίξει ότι δεν θα νομιμοποιήσει τη διαδικασία αναθεώρησης, τελικά κατέθεσε ένα μεγάλο αριθμό διατάξεων που θεωρεί ότι πρέπει να αναθεωρηθούν.

Ιδιαίτερη έμφαση είχε δώσει στην αναθεώρηση του άρθρου 16 του Συντάγματος, με σκοπό τη νομιμοποίηση των ιδιωτικών πανεπιστημίων, ένα θέμα που αποτελεί «ιδεολογική σημαία» της Νέας Δημοκρατίας ήδη από το δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1980, κατηγορώντας μάλιστα την κυβέρνηση ότι αρνούμενη να το συμπεριλάβει στις αναθεωρητέες διατάξεις ουσιαστικά διαιωνίζει το σημερινό κρατικό μονοπώλιο στην ανώτατη εκπαίδευση.

Έχει προτείνει επίσης αλλαγές σε ένα μεγάλο αριθμό άρθρων, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που αφορούν την προστασία του περιβάλλοντος. Συνολικά, είναι μια πρόταση που προσπαθεί να αποτυπώσει αυτό που η αξιωματική αντιπολίτευση ορίζει ως φιλελεύθερη και ευρωπαϊκή κατεύθυνση.

Συγκλίσεις και αποκλίσεις

Τόσο η Νέα Δημοκρατία όσο και ο ΣΥΡΙΖΑ συμφωνούν στην ανάγκη να τροποποιηθούν οι διατάξεις που αφορούν τη διαδικασία εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας ώστε αυτή να αποσυνδεθεί κατά το δυνατόν από την προσφυγή στις κάλπες.

Αντίστοιχα συμφωνούν στην ανάγκη τροποποίησης των προβλέψεων για την ευθύνη των υπουργών και στην κατάργηση της αποσβεστικής προθεσμίας για την παραγραφή των αδικημάτων.

Συμφωνούν επίσης στην ύπαρξη βουλευτών εκ των αποδήμων, στον περιορισμό της βουλευτικής ασυλίας αποκλειστικά σε αδικήματα σχετιζόμενα με την άσκηση των βουλευτικών καθηκόντων και στην αλλαγή της πλειοψηφίας στη διάσκεψη των προέδρων για τον ορισμό των διοικήσεων των Ανεξάρτητων Αρχών.

Η συμφωνία αυτή εάν καταγραφεί και στην Ολομέλεια σημαίνει ότι ένας αριθμός διατάξεων θα φτάσουν στην επόμενη Βουλή έχοντας πάρει πάνω από 180 ψήφους σε αυτή τη Βουλή, οπότε η επόμενη θα μπορεί να τις τροποποιήσει ακόμη με 151 ψήφους

Από την άλλη μεριά εκπρόσωποι του ΚΙΝΑΛ επέμειναν σε όλη τη διαδικασία στην ανάγκη καμία διάταξη να μην πάρει από αυτή τη Βουλή 180 ψήφους ώστε όλη η διαδικασία διαμόρφωσης συναίνεσης να λάβει χώρα στην επόμενη Βουλή και αφού έχει υπάρξει πρόσφατη έκφραση της λαϊκής θέλησης.

Το ΚΚΕ, που διατύπωσε μια συνολική ιδεολογική αντίθεση και στα δύο σχέδια αναθεώρησης που κατατέθηκαν έχει επιφυλαχθεί συνολικά.

Μια χαμένη ευκαιρία

Ούτως ή άλλως, εξαρχής η διαδικασία αυτή ξεκίνησε σε ναρκοθετημένο έδαφος. Η Βουλή που φέτος ολοκληρώνει το βίο της χαρακτηρίστηκε σε μεγάλο βαθμό από έντονη πόλωση και αμφισβήτηση.

Σε αυτό συνετέλεσε και η στάση της ίδιας της κυβέρνησης που σε μεγάλο βαθμό χειρίστηκε μια πλειοψηφία που δεν ήταν ιδιαίτερα μεγάλη, ως λευκή επιταγή για τις δικές της επιλογές.

Συνετέλεσε και η στάση της αντιπολίτευσης που από πολύ νωρίς υποστήριξε ότι η κυβέρνηση είχε μειωμένη νομιμοποίηση και ότι χρειαζόταν άμεση προσφυγή στις κάλπες.

Σε ένα τέτοιο τοπίο μεγάλα περιθώρια συναίνεσης δεν υπήρχαν. Σε αυτό συνέβαλε και ο τρόπος που ο ΣΥΡΙΖΑ εξαρχής δεν επεδίωξε το διακομματικό διάλογο στο όνομα ενός ασαφούς –και τελικά απραγματοποίητου– «διαλόγου με την κοινωνία».

Ιδίως όταν αποφάσισε να καταθέσει τις πιο συγκεκριμένες προτάσεις έγινε σαφές ότι ο βασικός ορίζοντας των προτάσεων ήταν προεκλογικός. Ο ΣΥΡΙΖΑ ήθελε να πάει σε εκλογές όπου ένα από τα διλήμματα που θα έθετε για να συσπειρώσει ένα δικό του κοινό, θα ήταν και η επικύρωση της δικιάς του αναθεωρητικής πρότασης, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι η τακτική της πόλωσης στο συγκεκριμένο απλώς σημαίνει ότι καμιά πρόταση δεν μπορεί να συγκεντρώσει την αναγκαία ενισχυμένη πλειοψηφία.

Μόνο που από μόνη της αυτή η μεθόδευση είναι μια «εργαλειοποίηση» της συνταγματικής αναθεώρησης στο όνομα ενός βραχυπρόθεσμου προεκλογικού σχεδιασμού.

Και αυτό εκ των πραγμάτων οδηγεί σε μια διαδικασία αναθεώρησης που τελικά θα μείνει στη συλλογική μνήμη ως μια ακόμη χαμένη ευκαιρία.