Τώρα που μπήκαμε και σχεδόν επισήμως στην προεκλογική περίοδο, η κυβέρνηση δεν υιοθετεί απλώς μια επίφαση «αριστερής πολιτικής», αλλά και ξεθάβει μια ρητορική σύγκρουσης με τις τράπεζες που παραπέμπει σε παλαιότερες εποχές.

Αυτό αποδεικνύει ο τρόπος με τον οποίο επιδιώκει να χειριστεί το ζήτημα της προστασίας πρώτης κατοικίας και των «κόκκινων δανείων» συνολικά.

Παρότι όλα δείχνουν ότι στο τέλος, υπό την πίεση και των «θεσμών», θα πρυτανεύσουν πιο «ρεαλιστικές» προτάσεις, εντούτοις είναι ενδεικτικό της αντίληψής της ότι διεκδικεί να επεκτείνει ένα καθεστώς προστασίας που υπερβαίνει τα στεγαστικά δάνεια και στην πραγματικότητα οδηγεί σε ασυλία σε επιχειρηματικά δάνεια, αδιαφορώντας για το ότι εάν δεν υπάρξει αύξηση του βαθμού συμμόρφωσης απλώς θα διογκώνεται η ωρολογιακή βόμβα των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων.

Και το πρόβλημα δεν είναι τόσο η ουσία των πολιτικών προτάσεων, όσο το ίχνος που αφήνουν στη κοινωνία, τα αντανακλαστικά που γεννούν, τις προσδοκίες που δημιουργούν.

Προστασία ναι, αλλά…

Γιατί είναι σαφές ότι επιστροφή στην κανονικότητα προφανώς σημαίνει ότι υπάρχει ένα καθεστώς κοινωνικής προστασίας και θεμελιώδη δικαιώματα όπως είναι η κατοικία προστατεύονται και δεν δημιουργούνται συνθήκης εξαθλίωσης.

Όμως, εξίσου, σημαίνει και επιστροφή σε μια συνθήκη όπου τα δάνεια, έστω και με ευνοϊκές ρυθμίσεις, αποπληρώνονται, ότι αποκαθίσταται μια φυσιολογική λειτουργία του τραπεζικού συστήματος, όπου η ασυλία των «στρατηγικών κακοπληρωτών» (που είναι μια κατηγορία δανειοληπτών που τη συναντάς και στα σχετικά χαμηλά εισοδήματα και στα υψηλά) σταματάει να είναι τροχοπέδη στην πρόσβαση της υγιούς επιχειρηματικότητας, μικρής και μεγάλης, σε τραπεζική χρηματοδότηση.

Γιατί το διακύβευμα δεν είναι τα «κέρδη των τραπεζών», που σε τελική ανάλυση μπορούν να τα έχουν ακόμη και όταν επιλέγουν να μην χορηγούν δάνεια, αλλά το εάν και κατά πόσο το τραπεζικό σύστημα θα μπορέσει να παίξει ένα ρόλο αναπτυξιακό, με χορηγήσεις που θα γίνονται επενδύσεις και θέσεις εργασίας. Και αυτό δεν μπορεί να γίνει χωρίς αντιμετώπιση του θέματος των κόκκινων δάνειων.

Και ο κίνδυνος αυτού του ιδιότυπου και εκ του ασφαλούς λαϊκισμού της κυβέρνησης για τις Τράπεζες είναι ακόμη μεγαλύτερος εάν αποτελέσει οδηγό πολιτικής όχι μόνο στο ζήτημα της προστασίας πρώτης κατοικίας αλλά και σε αυτό της συνολικής ρύθμισης των «κόκκινων δανειών».

 

Την ώρα που το ευρωπαϊκό περιβάλλον γίνεται όλο και πιο δύσκολο, όχι μόνο ως προς τις γενικές τάσεις επιβράδυνσης, αλλά ως προς την κουλτούρα bail-in (άρα με κόστος σε καταθέτες και επενδυτές) και όχι bail-out (δηλαδή με γενναία δημόσια ενίσχυση) που δείχνει να κυριαρχεί για την αντιμετωπίση του τραπεζικού συστήματος, δεν είναι καθόλου σώφρον να παίζει κανείς με το τραπεζικό σύστημα.

Οι ίδιες «φούσκες»

Ούτε βεβαίως είναι σώφρον να επανέρχονται οι ίδιες καταστάσεις και η ίδια ρητορική που οδήγησαν το 2015 στο κλείσιμο των τραπεζών, στα capital controls, στη νέα ανακεφαλαιοποίηση και στην απώλεια κεφαλαιών ύψους 34 δισ. ευρώ, πάνω από το 90% της κεφαλαιοποίησης που είχαν το 2014. Ωστόσο, φαίνεται ότι στον ΣΥΡΙΖΑ επιμένουν να παίζουν ένα χαρτί που πιστεύουν ότι «πουλάει». Αυτό της στοχοποίησης των τραπεζών ώστε να εμφανίζεται η κυβέρνηση σε ρόλο «Ρομπέν των φτωχών» που θα διασώσει τους πολίτες από τους πλειστηριασμούς. Είναι όμως η ίδια κυβέρνηση η οποία έχει υπογράψει να γίνουν χιλιάδες πλειστηριασμοί ακινήτων και είναι η ίδια που έχει φέρει εξοντωτικά μέτρα με αποτέλεσμα να εξοντωθεί η μεσαία τάξη και να μην μπορεί να εξυπηρετεί τα δάνεια που έχει πάρει.

Επομένως, συζητήσεις και δηλώσεις περί «τραπεζοκρατίας» που δεν πρέπει να υπάρχει στην Ελλάδα και περί ανάγκης προστασίας της «λαϊκής κατοικίας» ακούγονται ως προεκλογικές πομφόλυγες που στόχο έχουν την ψήφο όσων «τσιμπήσουν» από το νέο αφήγημα που στήνει η κυβέρνηση. Ενα αφήγημα που θα λέει ότι με τον ΣΥΡΙΖΑ θα σωθούν τα σπίτια, με τη Νέα Δημοκρατία έρχονται πλειστηριασμοί και θα χαθεί και η πρώτη κατοικία.

Αλαλούμ

Γι’ αυτό και είναι ανησυχητική η αντιμετώπιση του γενικού προβλήματος από την κυβέρνηση, που τη μία κάνει δηλώσεις περί κινδύνου νέας ανακεφαλαιοποίησης δια στόματος του αντιπροέδρου Γιάννη Δραγασάκη και την άλλη δείχνει να μην βιάζεται να θέσει σε εφαρμογή κάποιο σχέδιο, είτε προκρίνει τη λογική του οχήματος ειδικού σκοπού, είτε των εταιρειών ειδικού σκοπού.

Γιατί παραπέμπει σε μια αντίληψη ότι μπορεί και να προτιμά αυτό το θέμα να μην το αντιμετωπίσει η ίδια αλλά να μεταφέρει την «καυτή πατάτα» στην επόμενη κυβέρνηση.

Μόνο που η οικονομία δεν έχει πολιτικό κύκλο, ούτε μπορεί να περιμένει τις εκλογές. Έχει το δικό της χρόνο και ρυθμό, που όπως έδειξε με τον πιο οδυνηρό τρόπο και η προηγούμενη κρίση δεν συγχωρεί τις κυβερνήσεις όταν δεν παίρνουν τα μέτρα που πρέπει, τη στιγμή που πρέπει.