Δεν ήταν λίγοι εκείνοι που πάγωσαν με το πώς αντιμετώπισε ο πρωθυπουργός μια πυρόπληκτη κάτοικο της Ανατολικής Αττικής που έθεσε το εύλογο ερώτημα για το πότε θα πάρουν κάποιου είδους χρηματική αποζημίωση.

«Και να έπαιρνες τα 2.000 ευρώ, τι θα έκανες; Θα τα σπατάλαγες!», ήταν η απάντηση που της έδωσε. Μια απάντηση που δεν απέπνεε μόνο προφανή έλλειψη ευαισθησίας, αλλά και θύμιζε επικίνδυνα την νεοφιλελεύθερη ρητορική ότι δεν πρέπει να δίνεται βοήθεια στους φτωχούς γιατί θα τη σπαταλήσουν.

Όμως, αυτή η δήλωση δεν ήταν μεμονωμένη. Για την ακρίβεια είναι μία από τις πολλές εκφράσεις του κυνισμού που χαρακτηρίζει τη διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ.

Η καμπή του 2015: «άλλα λέγαμε άλλα κάνουμε»

Ούτως ή άλλως ο Αλέξης Τσίπρας έδειξε ότι μπορεί να προχωρά σε αναδιπλώσεις που ισοδυναμούσαν με πλήρη αναίρεση προηγούμενων δεσμεύσεων ήδη από το καλοκαίρι του 2015.

Ο λόγος είναι ότι η συνθηκολόγηση με τους δανειστές, παρά την ρητή και αδιαμφισβήτητη εντολή του εκλογικού σώματος στο δημοψήφισμα, δεν ήταν απλώς μια «αναγκαστική επιλογή». Σε μεγάλο βαθμό ήταν και μια συνειδητή λήψη θέσης στο δίλημμα «με τις αξίες ή την με κάθε τρόπο παραμονή στην εξουσία;».

Ας μην μας διαφεύγει και ο συμβολισμός με τον οποίο εγκαινίασε τα βήματα αναίρεσης του «ΟΧΙ»: με την αποπομπή Βαρουφάκη, δηλαδή με μια προκαταβολική πολιτική θυσία ενός υπουργού για να προλειανθεί η συνεννόηση με τους δανειστές.

Οι εκπρόσωποι του ΣΥΡΙΖΑ θα προσπαθήσουν πολλές φορές να περιγράψουν τη θέση τους μετά το καλοκαίρι του 2015 με όρους ενός «δυισμού». «Είμαστε αριστεροί, αλλά υποχρεωθήκαμε να εφαρμόσουμε μέτρα αντίθετα με τις αρχές μας για σώσουμε τη χώρα και για να μην την παραδώσουμε στις μνημονιακές δυνάμεις».

Μόνο που αυτός ο δυισμός εξαρχής είχε και τον χαρακτήρα μιας διπλότητας: «Είμαστε αριστεροί, αλλά προτιμάμε την εξουσία, οπότε άλλα πιστεύουμε και άλλα κάνουμε».

Μόνο που ακριβώς αυτή η διπλότητα είναι και ο ορισμός του κυνισμού: η απόσταση ανάμεσα σε αξίες που κάποιος λέει ότι έχει και το αποτύπωμα των ίδιων των πράξεών του.

Και στην περίπτωση του ΣΥΡΙΖΑ όπως και του Αλέξη Τσίπρα έγινε σαφές ότι ολοένα και περισσότερο το καθοριστικό ήταν αυτό που έκανε και όχι αυτό που (έλεγε ότι) πίστευε.

Η διαχείριση μιας μνημονιακής πολιτικής

Το βασικό γνώρισμα της κυβερνητικής διαχείρισης του ΣΥΡΙΖΑ κατά την τριετία ανάμεσα στο καλοκαίρι του 2015 και το καλοκαίρι του 2018, δεν ήταν ότι δεν μπορούσε ακόμη να εφαρμόσει το αριστερό πρόγραμμά του, όπως προσπαθούν να υποστηρίξουν οι εκπρόσωποι της κυβέρνησης.

Στην πραγματικότητα η κυβέρνηση αυτή εφάρμοσε και μάλιστα αποτελεσματικά μια πολιτική ευθέως ανταγωνιστική προς αυτό που υποτίθεται ότι αναλογούσε στις αξίες της.

Το τρίτο μνημόνιο δεν περιείχε μόνο λιτότητα και περικοπές, αλλά και ένα μεγάλο κύμα ιδιωτικοποιήσεων, παγίωση ενός δυσμενέστερου καθεστώτος για τις συλλογικές συμβάσεις, υποθήκευση του συνόλου της δημόσιας περιουσίας (συμπεριλαμβανομένων των αρχαιολογικών χώρων και μνημείων).

Ωστόσο, την ίδια ώρα που εφάρμοζε αυτή την πολιτική, η κυβέρνηση υποστήριζε ότι παραμένει αριστερή και δεν έχει απεμπολήσει τις αξιακές αναφορές της.

Σε μια πρώτη φάση αυτό εκφράστηκε με το διαβόητο «παράλληλο πρόγραμμα», σύμφωνα με το οποίο παράλληλα με το μνημονιακό πρόγραμμα η κυβέρνηση θα διεκδικήσει και χώρο για μέτρα κοινωνικά.

Όταν η θεωρία του «παράλληλου προγράμματος» κατέρρευσε μπροστά στην πίεση των δανειστών για «στοχοπροσήλωση» στα μνημονιακά μέτρα, περάσαμε σε ένα δεύτερο στάδιο που έπαιρνε πια τη μορφή μιας κυνικής παρουσίασης των μνημονιακών (και νεοφιλελεύθερων) μέτρων ως αριστερών. Πλέον δεν παρουσιάζονταν ως μνημονιακές επιλογές αλλά ως αριστερές.

Χαρακτηριστικό τέτοιο παράδειγμα το ζήτημα του ασφαλιστικού. Εδώ η κυβέρνηση έκανε πράξη μια μεγάλη τομή, καθώς ουσιαστικά από το αναδιανεμητικό σύστημα περάσαμε στο ανταποδοτικό. Εάν ήταν αντιπολίτευση ήταν πιθανό να μιλούσε για «ασφαλιστικό Πινοσέτ». Ωστόσο, δεν είχε κανένα πρόβλημα να παρουσιάσει αυτή την τομή ως κατεξοχήν ριζοσπαστική και αριστερή επιλογή που έσωσε το ασφαλιστικό και το έκανε δικαιότερο.

Η αποδοχή του μνημονίου διαρκείας ως προϋπόθεσης για την «έξοδο από τα μνημόνια»

Η κυβέρνηση είχε βάλει από πολύ νωρίς στόχο να μπορέσει να είναι αυτή που θα έκανε πράξη την έξοδο από τα μνημόνια.

Μόνο που αυτή η στοχοθεσία, από ένα σημείο και μετά επικεντρώθηκε κυρίως στο «συμβολισμό» και όχι στην ουσία. Έγινε αυτοσκοπός να μπορεί να πάει ο πρωθυπουργός και να ανακοινώσει «βγήκαμε από τα μνημόνια».

Αυτό διαμόρφωσε όρους μιας πολιτικής που ήταν και πάλι εκ των πραγμάτων κυνική, δηλαδή ήταν μια πολιτική που στο όνομα ενός στόχου έκανε τα ακριβώς αντίθετα, αδιαφορώντας για αξίες και αρχικές δεσμεύσεις.

Αυτό μπορεί να εξηγήσει και το παράδοξο μιας «εξόδου από τα μνημόνια» που συνοδεύτηκε αφενός από την ψήφιση και εφαρμογή μέτρων που μόνο ως μνημονιακά μπορούν να χαρακτηριστούν, αφετέρου από τη δέσμευση της οικονομικής και δημοσιονομικής πολιτικής σε μνημονιακές κατευθύνσεις όχι μόνο για τα επόμενα χρόνια αλλά και για αρκετές δεκαετίες ακόμη.

Το κυνικό πρόσωπο μιας εξουσίας που συγκαλύπτει τις ευθύνες της για μια τραγωδία

Σε αυτό το φόντο η προσκόλληση στην εξουσία με κάθε κόστος αποτυπώθηκε και στην εντυπωσιακή άρνηση ανάληψης ευθύνης για την τραγωδία με τις πυρκαγιές στην Ανατολική Αττική.

Για να μην χρειαστεί να ανακοινώσει πρώτος ο Αλέξης Τσίπρας νεκρούς στήθηκε μια ολόκληρη επικοινωνιακή επιχείρηση με τον πρωθυπουργό να ρωτάει για άσχετα πράγματα όπως η φορά των ανέμων την ώρα που το κυβερνητικό επιτελείο αποδεδειγμένα πια γνώριζε για την ύπαρξη νεκρών.

Για να μην εισπράξει την οργή των κατοίκων έκανε την πρώτη του επίσκεψη με καθυστέρηση και σε απόλυτα προστατευμένες συνθήκες. Για ένα μεγάλο διάστημα η κυβέρνηση αρνιόταν να αναλάβει την ευθύνη που της αναλογούσε αποδίδοντας την τραγωδία μόνο στην κλιματική αλλαγή και την αυθαίρετη δόμηση. Ακόμη και οι παραιτήσεις που υπήρξαν είχαν περισσότερο το χαρακτήρα των αποδιοπομπαίων τράγων παρά την πραγματικής παραδοχής ότι η τραγωδία ήρθε ως αποτέλεσμα ευθυνών και παραλείψεων και αυτής της κυβέρνησης.

Ακόμη και τώρα, είδαμε τον πρωθυπουργό να προτιμάει να πάει στο Μάτι σε ημέρα απεργίας των δημοσιογράφων ώστε να μην μπορεί να υπάρξει ούτε κάλυψη της επίσκεψης ούτε –και κυρίως– ενοχλητικές δημοσιογραφικές ερωτήσεις.

Η κατασκευή αντιπάλων και η εργαλειοποίηση της «κάθαρσης»

Στην ιστορία του ελληνικής κοινοβουλευτικής ζωής η δήλωση Πολάκη ότι «πρέπει να βάλουμε και μερικούς φυλακή» θα κατακτήσει σίγουρα λαμπρή θέση ως παράδειγμα μιας κυνικής αντιμετώπισης των θεσμών.

Μια συνολικότερη και βαθύτερη ανάγκη, αυτή της καταπολέμησης της διαφθοράς, μετατράπηκε σε ένα απλό προεκλογικό στρατήγημα που δεν αποτυπώθηκε μόνο στις δηλώσεις Πολάκη, αλλά στην ίδια πρακτική μιας κυβερνητικής πλειοψηφίας που έχει στήσει μια μηχανή εξεταστικών επιτροπών, για σοβαρά σκάνδαλα ομολογουμένως αλλά με και με την αίσθηση ότι το βασικό είναι με κάθε κόστος απλώς να κατασκευαστεί μια εικόνα «υπόπτων» ή «εμπλεκομένων» αδιαφορώντας για το εάν και σε ποιο βαθμό τηρούνται διαδικασίες ή διαμορφώνονται δικογραφίες που θα οδηγήσουν σε καταδίκες αλλά και σε εξάλειψη των σχετικών φαινομένων.

Η πολιτική της «ατάκας»

Δεν είναι τυχαίο, επομένως, που πλέον οι «ατάκες» που μπορούν να θεωρηθούν άστοχες ή ότι σε κάθε περίπτωση δεν συνάδουν με τον πρωθυπουργικό λόγο ολοένα και πληθαίνουν στις παρεμβάσεις του πρωθυπουργού.

Είναι ως εάν πλέον να θεωρείται ότι το μέτρο του αναγκαίου πολιτικού ήθους είναι το προφίλ του Παύλου Πολάκη στο facebook.

Μόνο έτσι μπορούμε να δούμε έναν πρωθυπουργό που κάνει «πλακίτσα» με τον «πρόεδρο του Εδεσσαϊκού» ξεσηκώνοντας μιας ολόκληρη πόλη που δεν δέχεται να γίνεται αντικείμενο ειρωνείας.

Ούτε είναι τυχαίο ότι κατά παράβαση και τυπικών κανόνων ανέφερε το όνομα ύποπτου για την υπόθεση για τα ενεχυροδανειστήρια, παρότι επισήμως δεν είχε δοθεί στη δημοσιότητα, κατηγορώντας μάλιστα τις άλλες κυβερνήσεις επειδή έστελναν τον κόσμο στα ενεχυροδανειστήρια, παραβλέποντας φυσικά ότι η πρακτική αυτή συνεχίστηκε και επί των σχεδόν τεσσάρων ετών που είναι αυτός πρωθυπουργός.

Η κυνική αριστερά

Σε κάθε περίπτωση, ο ιδιότυπος κυνισμός που ολοένα και περισσότερο αποπνέει ο λόγος και του πρωθυπουργού και της κυβέρνησης, απλώς έρχεται να υπογραμμίσει τον τρόπο που πια για την «κυβερνώσα αριστερά» η με κάθε τρόπο και κάθε τίμημα παραμονή στην εξουσία αποτελεί το μόνο στρατηγικό ορίζοντα, παρά τις κατά καιρούς δηλώσεις περί «ταξικής μονομέρειας» (που ακούγονται επίσης προσβλητικά κυνικές σε μια χώρα που είχε πέρσι τη μεγαλύτερη ποσοστιαία μείωση του πραγματικού μισθού).

Ο κυνισμός, η απουσία αξιακού ορίζοντα και η εργαλειοποίηση θεσμών και διαδικασιών γίνεται έτσι η αναπόφευκτη κατάληξη μιας μεταλλαγής που είχε ξεκινήσει καιρό πριν.

Γράψτε το σχόλιό σας