Το περασμένο καλοκαίρι οι ελληνορωσικές σχέσεις έφτασαν σε ένα από τα χειρότερα σημεία τους εδώ και δεκαετίες. Με πρωτοβουλία της ελληνικής κυβέρνησης και ειδικότερα του υπουργείου Εξωτερικών, που έκανε και τις σχετικές ανακοινώσεις και χειρίστηκε την όλη αντιπαράθεση, απελάθηκαν Ρώσοι διπλωμάτες.

Συγκεκριμένα, η ελληνική πλευρά κατηγόρησε τους συγκεκριμένους Ρώσους διπλωμάτες για αθέμιτες πρακτικές και προσπάθειες χρηματισμού ελλήνων αξιωματούχων.

Με βάση διαρροές που έγιναν στη συνέχεια από την κυβέρνηση περιγράφτηκαν οι πρακτικές αυτές που κυρίως αφορούσαν και τη δράση ρωσικών θρησκευτικών ιδρυμάτων με ιδιαίτερη έμφαση στην προσπάθεια απόκτησης προσβάσεων σε ιεράρχες της Βόρειας Ελλάδας.

Ειδική έμφαση είχε γίνει στη δράση  της «Ορθόδοξης Αυτοκρατορικής Παλαιστινίας Εταιρείας», που κατά τον Νίκο Κοτζιά «δημιουργήθηκε τον 19ο αιώνα από τις μυστικές υπηρεσίες των Τσάρων που στόχο είχαν τον αφελληνισμό των πατριαρχείων της Μέσης Ανατολής».

Λίγους μήνες αργότερα, δημοσίευμα των New York Times αποκάλυπτε ότι σε όλη αυτή την υπόθεση είχαν παίξει σημαντικό ρόλο και αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες που είχαν καταγράψει συνομιλίες, που αφορούσαν εκτός των άλλων και την προσπάθεια υπονόμευσης της Συμφωνίας των Πρεσπών, παραδίδοντας στη συνέχεια το σχετικό υλικό στην ελληνική πλευρά που ωστόσο αρνείται ότι υπήρξε τέτοια συνεργασία.

Σε κάθε περίπτωση πάντως όποιος είχε παρακολουθήσει στενά την υπόθεση αυτή γνώριζε καλά ότι οι επιλογές αυτές είχαν την υπογραφή του Νίκου Κοτζιά.

Όταν ο Κοτζιάς ύψωνε τους τόνους κατά της Ρωσίας

Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι κατεξοχήν ήταν αυτός που είχε κάνει και τις σχετικές δηλώσεις, ανεβάζοντας τους τόνους σε επίπεδα ανοίκεια σε σχέση με τις παραδοσιακά καλές ελληνορωσικές σχέσεις.

Αναφέρουμε ενδεικτικά μερικές από τις τότε δηλώσεις του Νίκου Κοτζιά:

«Η Ρωσία πρέπει να αντιληφθεί ότι δεν μπορεί να ασεβεί ως προς τα εθνικά συμφέροντα άλλου κράτους επειδή νιώθει ισχυρότερη απέναντί του. Μια τέτοια στάση δεν θα την αποδεχτούμε, και το έχουμε αποδείξει, ούτε από τη Δύση ούτε από την Ανατολή».

«Η χώρα μας είναι αποφασισμένη να στείλει ένα μήνυμα προς Ανατολάς και Δύση, προς όλους τους φίλους μας και μη, ότι για όποιον παραβιάζει τις αρχές της κυριαρχίας και του σεβασμού απέναντί μας θα λαμβάνονται τα αντίστοιχα μέτρα. Η εποχή που θεωρούνταν διπλωματία το να κάνεις την κότα πέρασε. Αυτή είναι μια διπλωματία για κοτέτσι και όχι για εξωτερική πολιτική».

«Η Ρωσία, αυτή τη στιγμή, δείχνει ως να μη μπορεί να αντιληφθεί τις θέσεις αρχών της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Από τότε που πολεμά ως σύντροφος εν όπλοις της Τουρκίας και της παρέχει σειρά διευκολύνσεων στον τομέα της ασφάλειας, δείχνει να απομακρύνεται σταθερά από θέσεις που αρμόζουν στο επίπεδο φιλίας και συνεργασίας που χαρακτήριζε τις σχέσεις Ελλάδας-Ρωσίας εδώ και 190 χρόνια […]  η απόφαση της ρωσικής πλευράς είναι αυθαίρετη και εκδικητική, δεν βασίζεται σε κανένα στοιχείο. Θέλουμε να θυμίσουμε στους φίλους Ρώσους ότι καμιά χώρα στον κόσμο δεν θα ανεχόταν απόπειρες α) εξαγοράς κρατικών αξιωματούχων, β) υπονόμευσης της εξωτερικής πολιτικής, και γ) παρεμβάσεις στο εσωτερικό της χώρας. […] Είναι φανερό ότι υπάρχει μια μερίδα Ρώσων, ευτυχώς μειοψηφική, που νομίζει ότι μπορεί να κινείται στην Ελλάδα χωρίς να σέβεται νόμους και κανόνες, ακόμα και να εκτοξεύει απειλές.»

Από πολλές απόψεις ασκήθηκε κριτική τότε στον Νίκο Κοτζιά. Υποστηρίχτηκε ότι είναι πάντα καλύτερο τέτοια θέματα να λύνονται χωρίς πολλές δημόσιες δηλώσεις, ώστε να μην τραυματίζονται περαιτέρω οι διμερείς σχέσεις, ενώ υπογραμμίστηκε ότι η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια μιας μείζονος ρήξης με μια δύναμη που παίζει σημαντικό ρόλο στην περιοχή και που έχει ακόμη δυνατότητα να επηρεάζει την τουρκική πλευρά.

Απόπειρα υπονόμευσης της επίσκεψης Τσίπρα στην Μόσχα;

Σε αυτό το φόντο όταν ανακοινώθηκε η επίσκεψη του πρωθυπουργού στη Μόσχα τον Δεκέμβριο, παραλλήλως ήταν το ίδιο το Μέγαρο Μαξίμου που «διέρρεε» ότι το ταξίδι το συντόνισε και οργάνωσε το γραφείο του πρωθυπουργού χωρίς συμμετοχή του ΥΠΕΞ, δείχνοντας, εμμέσως πλην σαφώς, ότι στο συγκεκριμένο θέμα ήταν ο Κοτζιάς που είχε εκτεθεί και άρα δεν μπορούσε να χειριστεί την προσπάθεια επανασυμφιλίωσης.

Τώρα, όμως, έρχεται ο ίδιος ο Νίκος Κοτζιάς και δηλώνει ότι η απόφαση για την απέλαση των Ρώσων διπλωματών ήταν απόφαση του πρωθυπουργού και όχι μόνο του υπουργού Εξωτερικών: «Ήταν εντολή του πρωθυπουργού η απέλαση των Ρώσων διπλωματών, η υπόθεση ξεπερνούσε τη διπλωματία.»

Η δήλωση αυτή γεννά σοβαρά ερωτήματα που πρέπει να αποσαφηνιστούν. Σημαίνει ότι συναίνεσε ο πρωθυπουργός στις επιλογές του υπουργού Εξωτερικών ή ότι ήταν πρωτοβουλία του πρωθυπουργού αυτού του είδους η ρήξη με τη ρωσική πλευρά; Είναι σαφές ότι δεν είναι συμμετρικές οι δύο απαντήσεις.

Επιπλέον, σοβαρά ερωτήματα προκύπτουν από την επιλογή του τέως ΥΠΕΞ να κάνει τώρα αυτή τη δήλωση. Σε λιγότερο από έναν μήνα ο πρωθυπουργός θα είναι στη Μόσχα σε μια προσπάθεια να βελτιώσει τις ελληνορωσικές σχέσεις. Η δήλωση του Νίκου Κοτζιά αντικειμενικά υπονομεύει αυτή την προσπάθεια.

Σε κάθε περίπτωση μπορεί να καταλάβει κανείς την πικρία του Νίκου Κοτζιά. Αρχιτέκτονας της εξωτερικής πολιτικής της κυβέρνησης (που ήταν η πρώτη που του εμπιστεύτηκε μια τέτοια θέση σε αντίθεση με αυτή του Γ. Παπανδρέου), από την φιλοαμερικανική στροφή και την αναβαθμισμένη συνεργασία με το Ισραήλ μέχρι τη Συμφωνία των Πρεσπών, βρέθηκε εκτός μίας κυβέρνησης στην οποία παραμένει ένας υπουργός που δημόσια έχει διαφωνήσει με την εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης και οποίος μίλησε για επηρεασμό της ελληνικής διπλωματίας από ξένες χρηματοδοτήσεις.

Όμως, μια κυβέρνηση η εικόνα (και η αποτελεσματικότητα) της οποίας εξαρτάται από τις πικρίες των τέως μελών της, ιδίως όταν αυτά έχουν να μιλήσουν για πρόσωπα και πράγματα, απέχει πολύ από το να θεωρηθεί υπεύθυνη.