Ένα πραγματικά αποτελεσματικό τρόπο διαχείρισης της υπέρτασης, χωρφίς φαρμακευτικά μέσα, ανέπτυξαν καθηγητές της Ιατρικής Σχολής Αθηνών, μέσω μεθόδων διαχείρισης του στρες, αλλαγή του τρόπου ζωής, της διατροφής και υιοθέτησης τεχνικών επίλυσης των προβλημάτων της καθημερινότητας.

Κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου που παραχώρησε η επιστημονική ομάδα του μεταπτυχιακού προγράμματος «Η επιστήμη του στρες και η προαγωγή της υγείας» παρουσιάστηκαν τα αναλυτικά αποτελέσματα της εναλλακτικής αυτής παρέμβασης.

Το «Παρεμβατικό πρόγραμμα μη φαρμακευτικής αντιμετώπισης της υπέρτασης με επιστημονικές μεθόδους διαχείρισης τους στρες, για αλλαγή του τρόπου ζωής σε προπερτασικά και υπερτασικά άτομα στην κοινότητα» υλοποιήθηκε (με χρηματοδότηση από την Ευρωπαϊκή Ένωση) από τον Ιανουάριο του 2013 έως και τον Φεβρουάριο του 2015. 

Στόχο είχε την εκπαίδευση των ασθενών στην αυτορρύθμιση της υπέρτασης και μέσω διανομής φυλλαδίων και αφισών σε δήμους, δημόσιες υπηρεσίες και ιδιωτικούς φορείς, συγκροτήθηκε το δείγμα των 1.700 ατόμων, κατά μέσο όρο 50 ετών, από την περιφέρεια της Αττικής.

Η επιστημονική ομάδα κατά την πρώτη επαφή με το δείγμα κατέγραψε με επιστημονικές μεθόδους το στρες, τα κοινωνικοδημογραφικά και τα σωματομετρικά χαρακτηριστικά των εθελοντών. Έγινε στη συνέχεια διάγνωση της υπέρτασης, ελήφθησαν υπόψη πρόσφατες ιατρικές εξετάσεις και εκπαιδεύτηκαν οι εθελοντές ως προς την αυτομέτρηση της αρτηριακής πίεσης κατ’ οίκον (με γραπτές οδηγίες) και ακολούθησε το δίμηνο πρόγραμμα που περιλάμβανε εβδομαδιαίες συναντήσεις, περίπου τριών ωρών. Οι συνεδρίες ήταν, είτε ατομικές (εκμάθηση τεχνικών διαχείρισης του στρες), είτε ομαδικές (ομιλίες) ώστε οι εθελοντές να αναλάβουν προσωπικά την ευθύνη της αυτορρύθμισης της υπέρτασης.

Από την αξιολόγηση των δεδομένων του προγράμματος προέκυψε σημαντική βελτίωση του βάρους, της ποιότητας και ποσότητας του ύπνου, αύξησης της ικανοποίησης, των επιπέδων της αρτηριακής πίεσης και της σωματικής δραστηριότητας, καθώς και υιοθέτηση υγιεινού τρόπου ζωής, μείωση της φαρμακευτικής αγωγής και αλλαγή κατάταξης του ασθενούς ως προς την υπέρταση.

Συγκεκριμένα:

  • το 14,9% του δείγματος μείωσε κατά 10 mmHg ή και περισσότερο τη συστολική αρτηριακή πίεση
  • το 21,7% μείωσε κατά 5 mmHg ή και περισσότερο τη διαστολική,

μειώσεις που αντιστοιχούν σε 15% μείωση του κινδύνου εκδήλωσης εγκεφαλικού επεισοδίου και έως 9% μείωση του κινδύνου εμφράγματος.

  • το 6% μείωσε ή σταμάτησε την αντιϋπερτασική φαρμακευτική αγωγή
  • το 35,7% κατέβηκε κατηγορία κατάταξης
  • το 8,8% μείωσε σημαντικά τον Δείκτη Μάζας Σώματος
  • το 25,3% ανέφερε βελτίωση της αυτοαξιολόγησης της υγείας του
  • το 3,5% βελτίωσε την ποιότητα ζωής του

μειώσεις που επέφεραν σημαντικές βελτιώσεις στην αυτοεκτίμηση, τη σεξουαλικότητα, τον ύπνο, τον ελεύθερο χρόνο και την εξωτερική εμφάνιση.

Σημαντικότερες ήταν οι βελτιώσεις στην ομάδα των παχύσαρκων ατόμων, που ακολουθούσαν έναν σχετικά ανθυγιεινό τρόπο ζωής, είχαν μειωμένη αυτοεκτίμηση και πίστευαν ότι ήταν υπεύθυνοι για την κατάσταση της υγείας τους.

Όπως εξήγησε η καθηγήτρια Πρόληψης και Προαγωγής της Υγείας Χριστίνα Δαρβίρη, «τα αποτελέσματα του προγράμματος έχουν ήδη δημοσιευθεί σε διεθνή επιστημονικά περιοδικά. Αλλά αυτό που είναι σημαντικό και πρέπει να τονιστεί είναι ότι τα οφέλη δεν περιορίζονται στους ασθενείς αλλά επεκτείνονται και στις οικογένειες τους».

Με τη σειρά του ο καθηγητής της Ιατρικής Σχολής Αθηνών, Γεώργιος Χρούσος, επεσήμανε ότι «τα αποτελέσματα της μελέτης είναι ιδιαίτερα σημαντικά, αν λάβει κανείς υπόψη του ότι το 95% των περιπτώσεων υπέρτασης σχετίζεται άμεσα με παράγοντες του τρόπου ζωής, όπως το στρες, η έλλειψη άσκησης, η κακή διατροφή, το κάπνισμα, το αλκοόλ και η παχυσαρκία».

Η υπέρταση εξάλλου θεωρείται μείζον παράγοντας κινδύνου για την εμφάνιση καρδιαγγειακών προβλημάτων, επηρεάζοντας το 30% των ενηλίκων. Ωστόσο, πολλές μελέτες έχουν δείξει ότι οι οδηγίες των γιατρών προς τους ασθενείς συχνά είναι ελλιπείς και δεν περιλαμβάνουν τεχνικές διαχείρισης του στρες. Το χρόνιο στρες έχει αποδειχθεί ότι επιταχύνει τη φυσική εξέλιξη των χρόνιων παθήσεων, όπως τα καρδιαγγειακά νοσήματα.

«Στη περίπτωση της υπέρτασης, το στρες οδηγεί σε αυξημένη δραστηριοποίηση του συμπαθητικού νευρικού συστήματος, η οποία με τη σειρά της αυξάνει την αρτηριακή πίεση και τον καρδιακό παλμό» συμπλήρωσε ο κ. Χρούσος.

Και ο αναπληρωτής καθηγητής Παθολογικής Φυσιολογίας Αθανάσιος Πρωτογέρου, κιατέληξε λέγοντας ότι «φιλοδοξία μας είναι το πρόγραμμα να αποτελέσει αναπόσπαστο κομμάτι των Αντιϋπερτασικών Ιατρείων, εισάγοντας τον τρόπο διαχείρισης του στρες, τόσο στην πρόληψη, όσο και στη θεραπεία της υπέρτασης. Αν από μια παρέμβαση δύο μόλις μηνών προέκυψε αυτή η αξιοσημείωτη αλλαγή στον τρόπο ζωής, φανταστείτε τι οφέλη θα προκύψουν από ένα πρόγραμμα ενός ή δύο ετών ή με την πλήρη ενσωμάτωσή του στην πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας».

Αξίζει να σημειωθεί ότι η Ιατρική Σχολή Αθηνών προγραμματίζει τρεις επιστημονικές ημερίδες για την ενημέρωση της επιστημονικής κοινότητας σχετικά με το πρόγραμμα. Οι ημερίδες θα πραγματοποιηθούν στην Κοζάνη (27/11, 16:00 μ.μ.), στη Θεσσαλονίκη (28/11, 09:00 π.μ.) και στην Αθήνα (29/11, 09:00 π.μ.) και θα χορηγηθούν 6 Μόρια Συνεχιζόμενης Εκπαίδευσης στους συμμετέχοντες. Περισσότερες πληροφορίες για τις εκδηλώσεις στην ηλεκτρονική διεύθυνση: http://ypertasicontrol.med.uoa.gr/

Μαίρη Μπιμπή

    health.in.gr