Τα τελευταία χρόνια και στη Ελλάδα καταγράφεται αυξημένο ενδιαφέρον του κοινού για τα φαρμακευτικά και αρωματικά φυτά. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα, η αγορά να έχει κατακλυστεί από διάφορα προϊόντα με βάσει θεραπευτικά βότανα, κυρίως εισαγόμενης προέλευσης.

Τα τελευταία χρόνια και στη Ελλάδα καταγράφεται αυξημένο ενδιαφέρον του κοινού για τα φαρμακευτικά και αρωματικά φυτά. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα, η αγορά να έχει κατακλυστεί από διάφορα προϊόντα με βάσει θεραπευτικά βότανα, κυρίως εισαγόμενης προέλευσης.

Αρωματικά φυτά είναι εκείνα, τα οποία έχουν ελαιοφόρους αδένες, στους οποίους υπάρχουν τα αιθέρια έλαια, που χρησιμοποιούνται ως πρώτη ύλη για διάφορα παρασκευάσματα στην κοσμετολογία, αρωματοποιία και στη βιομηχανία τροφίμων και ειδών υγιεινής.

Φαρμακευτικά φυτά, κατά τον διεθνή υγειονομικό οργανισμό, είναι τα φυτά τα οποία σε ένα η περισσότερα όργανά τους περιέχουν συστατικά, τα οποία χρησιμοποιούνται για θεραπευτικούς σκοπούς ή αποτελούν πρώτη ύλη για φαρμακευτικά παρασκευάσματα.

Τα αρωματικά και φαρμακευτικά φυτά χρησιμοποιούνται ως αρτυματικά – καρυκεύματα καθώς στα διάφορα τμήματα του φυτού περιέχονται αρωματικές, πικρές και καυστικές δραστικές ουσίες.

Οι χλωρές ή αποξηραμένες δρόγες, χρησιμοποιούνται για τη βελτίωση της γεύσης των φαγητών ή να τα κάνουν πιο εύπεπτα. Τα αρτυματικά υποστηρίζουν την υγεία και υπό την έννοια αυτή το αλάτι δεν κατατάσσεται σ’ αυτά.

Το αφέψημα το οποίο προκύπτει, είτε από ένα μόνο φυτό, είτε από μίξεις και ως εκχύλισμα ή απόσταγμα, χρησιμοποιείται κατ’ εξοχήν στη βιομηχανία τροφίμων, την ποτοποιία, την φαρμακοβιομηχανία και την κοσμετολογία.

Σύμφωνα με την αναπληρώτρια καθηγήτρια στο Τμήμα Τεχνολόγων Γεωπόνων του ΑΤΕΙ Θεσσαλίας, Δρ Ελένη Βογιατζή- Καμβούκου, «στη χώρα μας η συστηματική και εκτεταμένη καλλιέργεια φαρμακευτικών και αρωματικών φυτών είναι πολύ περιορισμένη και αυτό οφείλεται, αφενός μεν στη δυσκολία που αντιμετωπίζουν οι παραγωγοί για τη διάθεση των προϊόντων τους στις εγχώριες αγορές, και κυρίως του εξωτερικού τις οποίες δεν γνωρίζουν, αφετέρου δε στην έλλειψη γνώσεων πάνω στην καλλιέργειάς τους».

Τελευταία, ωστόσο, σύμφωνα με την Δρ Βογιατζή- Καμβούκου, παρατηρείται έντονο ενδιαφέρον για την καλλιέργεια των αρωματικών και φαρμακευτικών φυτών, κυρίως ως εναλλακτική λύση σε παλιές και φθίνουσες καλλιέργειες. Η καλλιέργεια των αρωματικών και φαρμακευτικών φυτών πρέπει να είναι μια «έξυπνη» καλλιέργεια ώστε να είναι μια επιχειρηματική καλλιέργεια.

«Ο στόχος της καλλιέργειας πρέπει να είναι η παραγωγή συγκεκριμένου προϊόντος (ξηρή δρόγη ή αιθέριο έλαιο) και αναγνώριση πιστοποιημένου προϊόντος (αναγραφή στοιχείων π.χ. περιεκτικότητα σε αιθέριο έλαιο, δραστικές ουσίες κ.λπ.).

Ο τρίτος στόχος πρέπει να είναι η διάθεση σε σταθερή αγορά. Όταν το προϊόν πρόκειται να διατεθεί στην αγορά ως ξηρή δρόγη πρέπει να πληροί συγκεκριμένες προδιαγραφές. Περιεκτικότητα σε αιθέριο έλαιο και δραστικές ουσίες, σύμφωνα με τις διεθνείς προδιαγραφές και μακροσκοπικά, ολόκληρα τα άνθη, όχι κονιορτοποιημένη η δρόγη ή αλλοιωμένο χρώμα και ο χρόνος αποθήκευσης να είναι <2-3 ετών.

Συνεπώς, η γνώση του παραγωγού για την ποιότητα του παραγόμενου προϊόντος, δηλαδή την επί τοις εκατό περιεκτικότητα της δρόγης σε αιθέριο έλαιο, καθώς και την αναλογία των δραστικών ουσιών, είναι απαραίτητη προϋπόθεση ώστε να κατευθυνθεί στην ανάλογη αγορά και να διαπραγματευθεί την ανάλογη τιμή.

Για παράδειγμα, μελέτη που έγινε από το Εργαστηρίου Αρωματικών και Φαρμακευτικών Φυτών του ΑΤΕΙ Θεσσαλίας (πιστοποιημένο κατά ISO) έδειξε ότι, για τη ρίγανη Ολύμπου ο πληθυσμός Λεπτοκαρυάς είναι ποιοτικά ο καλύτερος γιατί έχει σταθερές αποδόσεις και περιέχει, πέραν της καρβακρόλης και θυμόλη 50,2% που τον καθιστούν κατάλληλο για βιολογική καταπολέμηση παθογόνων εδάφους. Έτσι μπορεί να κατευθυνθεί στις γεωργικές φαρμακοβιομηχανίες για παραγωγή βιολογικών σκευασμάτων.

Επίσης, το φασκόμηλο Salvia officinalis, σε μικρή ποσότητα δρα ανασταλτικά στην ανάπτυξη τροφοπαθογόνων οργανισμών στα αποθηκευμένα ζωικά τρόφιμα.

Κατά την καλλιέργεια μέντας δε, το προϊόν που προορίζεται για ξηρή δρόγη πρέπει να προέρχεται από την πρώτη συλλογή, γιατί το αιθέριο έλαιο είναι πλούσιο σε μενθόλη (35% – 40%), ενώ συγχρόνως είναι μικρή η περιεκτικότητα σε μενθοφουράνη, άρα είναι κατάλληλο για αφέψημα.

Μια άλλη εξίσου σημαντική παράμετρος είναι ο τρόπος συλλογής των φυτών. «Για τη συλλογή αυτοφυών αρωματικών και φαρμακευτικών φυτών, ο συλλέκτης θα πρέπει να είναι σίγουρος ότι μπορεί να αναγνωρίσει μορφολογικά το φυτό, να γνωρίζει ποια φυτά είναι δηλητηριώδη, να γνωρίζει ποια είδη προστατεύονται και ως εκ τούτου απαγορεύεται η συλλογή τους, να γνωρίζει ότι το περιβάλλον που τα μαζεύει δεν είναι μολυσμένο, να γνωρίζει πότε ακριβώς πρέπει να συλλεχθεί το συγκεκριμένο είδος, να γνωρίζει ποιο τμήμα του φυτού πρέπει να συλλεχθεί (άνθη, καρποί, βλαστοί, ρίζες ή ολόκληρο το φυτό)», εξηγεί η Δρ Βογιατζή- Καμβούκου.

Να σημειωθεί ότι, η αλόγιστη συλλογή των αυτοφυών φυτών κρύβει τον κίνδυνο της εξαφάνισης των ειδών.

Επιμέλεια: Μαίρη Μπιμπή

health.in.gr,ΑΠΕ-ΜΠΕ

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr