Το χασμουρητό είναι περισσότερο «μεταδοτικό» μεταξύ των νέων παρά μεταξύ των ηλικιωμένων ατόμων, όπως δείχνει μεγάλη αμερικανική μελέτη που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό έντυπο PLoS One.

Αν και η έρευνα είναι από τις εκτενέστερες που έχει γίνει επί του θέματος, δυστυχώς αποτυγχάνει να λύσει το «μυστήριο» του μηχανισμού που κρύβεται πίσω από την μεταδοτικότητά του.

Επίσης, δεν επιβεβαιώνει παλαιότερες έρευνες που είχαν αποδώσει την ανεξήγητη τάση του ανθρώπου να χασμουριέται όταν βλέπει κάποιον άλλον να το κάνει, στην ενσυναίσθηση (δηλαδή την αναγνώριση και κατανόηση των συναισθημάτων των άλλων), την σωματική κόπωσης ή τη νύστα.

Οι ερευνητές της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Duke, με επικεφαλής την καθηγήτρια Ελίζαμπεθ Σιρούλι, εξηγούν ότι η καλύτερη κατανόηση της βιολογίας που εμπλέκεται στο μεταδοτικό χασμουρητό, μπορεί τελικά να ρίξει περισσότερο φως σε νευροψυχικές παθήσεις όπως η σχιζοφρένεια και ο αυτισμός. Οι άνθρωποι με αυτές τις παθήσεις, που τείνουν σε συναισθηματική αποστασιοποίηση και κοινωνική απομόνωση, ενώ χασμουριούνται συχνά αυθόρμητα, εκδηλώνουν πολύ λιγότερο «κολλητικό» χασμουρητό.

Αξίζει να σημειωθεί ότι, ενώ διάφορα είδη ζώων χασμουριούνται όταν είναι κουρασμένα ή βαριούνται (κάτι που ισχύει και για τους ανθρώπους), αλλά το μεταδοτικό χασμουρητό είναι ένα φαινόμενο που έχει παρατηρηθεί μόνο στα πιο εξελιγμένα είδη, στους ανθρώπους και στους χιμπατζήδες. Μάλιστα δεν χρειάζεται καν να δει κανείς κάποιον άλλον να χασμουριέται, αφού αρκεί να τον ακούσει να χασμουριέται ή απλώς να σκεφτεί (ή να διαβάσει) ότι ο άλλος χασμουριέται.

Ενώ το αυθόρμητο χασμουρητό συμβαίνει ήδη από την εμβρυϊκή ηλικία, το μεταδοτικό χασμουρητό αρχίζει να εμφανίζεται στην αρχή της παιδικής ηλικίας. Άγνωστο παραμένει γιατί μερικοί άνθρωποι είναι πιο επιρρεπείς στο φαινόμενο σε σχέση με άλλους.

Προηγούμενες έρευνες είχαν συμπεράνει ότι υπάρχει κάποια σχέση ανάμεσα στο «κολλητικό χασμουρητό» και στην ενσυναίσθηση. Άλλες πάλι είχαν διαπιστώσει ότι το μεταδοτικό χασμουρητό ποικίλει ανάλογα με την ώρα στη διάρκεια της ημέρας ή με το επίπεδο της νοημοσύνης του ατόμου.
Η νέα έρευνα έγινε με τη συμμετοχή 328 υγιών εθελοντών, που υποβλήθηκαν σε ψυχολογικά και νοητικά τεστ, ενώ παρακολούθησαν και βίντεο με άλλους ανθρώπους να χασμουριούνται. Οι επιστήμονες κατέγραψαν τις αντιδράσεις των εθελοντών και βρήκαν ότι όντως μερικοί άνθρωποι είναι αισθητά λιγότερο επιρρεπείς στο «κολλητικό» χασμουρητό σε σχέση με τους υπόλοιπους. Ενδεικτικά, κατά την παρακολούθηση ενός τρίλεπτου βίντεο με άλλους να χασμουριούνται, κάποιος μπορούσε να χασμουρηθεί από καμία έως 15 φορές.

Όμως, αυτή τη φορά οι ερευνητές δεν διαπίστωσαν κάποια ορατή σχέση ανάμεσα στο «κολλητικό» χασμουρητό και στην ικανότητα ενσυναίσθησης, στο επίπεδο νοημοσύνης ή στην ώρα της ημέρας. Ο μόνος παράγοντας που συστηματικά φαίνεται να επηρεάζει το φαινόμενο, είναι η ηλικία: όσο οι άνθρωποι μεγαλώνουν, τόσο πιο αραιό γίνεται το «κολλητικό» χασμουρητό.

Συγκεκριμένα, από τους 328, οι 222, δηλαδή περίπου το ένα τρίτο (68%), «κόλλησαν» χασμουρητό τουλάχιστον μία φορά. Από αυτούς, το φαινόμενο εκδηλώθηκε στο 82% των ατόμων κάτω των 25 ετών, στο 60% των ατόμων 25 έως 49 ετών και μόνο στο 41% όσων ήταν άνω των 50 ετών.

Παρόλα αυτά, η ηλικία δεν μπορεί να εξηγήσει παρά σε πολύ μικρό βαθμό (μόλις 8%) το μυστήριο της συγκεκριμένης ψυχοβιολογικής αντίδρασης. Έτσι, πλέον οι επιστήμονες στρέφουν την προσοχή τους στο πιθανό γενετικό υπόβαθρο του «κολλητικού» χασμουρητού και κατά πόσο αυτή η τάση κληρονομείται.

Σύμφωνα με την Δρ Σιρούλι, «είναι πιθανό ότι αν βρούμε ένα γενετικό παράγοντα που κάνει τους ανθρώπους να ‘κολλάνε’ λιγότερο το χασμουρητό, πιθανώς αυτό το γονίδιο να σχετίζεται επίσης με τη σχιζοφρένεια ή τον αυτισμό».

Τέλος, η νέα μελέτη ίσως βοηθήσει τους επιστήμονες να κατανοήσουν καλύτερα τον μεταδοτικό χαρακτήρα του γέλιου και του βήχα.

Επιμέλεια: Μαίρη Μπιμπή

health.in.gr,ΑΠΕ-ΜΠΕ

Γράψτε το σχόλιο σας