Ελπιδοφόρα χαρακτηρίζονται τα αποτελέσματα ελέγχου της χρόνιας μυελογενούς λευχαιμίας, καθώς σε ποσοστό 90% η πάθηση ειναι αντιμετωπίσιμη, χάρη στις στοχευμένες θεραπείες και την πρόοδο της μοριακής βιολογίας.

«Πράγματι μπορούμε να μιλάμε για μια θεραπευτική επανάσταση, καθώς η πρόοδος της μοριακής βιολογίας έχει ενισχύσει την θεραπευτική μας φαρέτρα με νέες πιο αποτελεσματικές στοχευόμενες θεραπείες», εξηγεί ο πρόεδρος της Ελληνικής Αιματολογικής Εταιρείας Νικόλαος Χαρχαλάκης. «Τα εντυπωσιακά αποτελέσματα, οφείλονται στη χρησιμοποίηση των αναστολέων κατά του ενζύμου που προκαλεί την συγκεκριμένη μορφή λευχαιμίας».

Αξίζει να τονιστεί πως η μόνη θεραπεία που υπήρχε για την μυελογενή λευχαιμία μέχρι πρόσφατα ήταν η μεταμόσχευση, θεραπεία, όμως, που είχε θνητότητα από 10%-40%. Ενώ οι αναστολείς δεύτερης γενιάς Dasatinib και Nilotinib, είναι πιο δραστικοί, το αποτέλεσμα επιτυγχάνεται ταχύτερα και οι παρενέργειες από τη χρήση τους διαφέρουν από τις παρενέργειες του Imatinib (αναστολέας πρώτης γενιάς).

«Η επιτυχία στη θεραπεία της χρόνιας μυελογενούς λευχαιμίας με την προαναφερθείσα στοχευμένη θεραπεία, άνοιξε πραγματικά νέους δρόμους στη θεραπεία των νεοπλασματικών νοσημάτων», σημειώνει ο αντιπρόεδρος της Ελληνικής Αιματολογικής Εταιρείας Δημήτριος Καρακάσης και καταλήγει πως «οι ελπίδες είναι οι θεραπείες αυτού του τύπου να επεκταθούν και σε άλλα νεοπλάσματα».

Σύμφωνα με την γενική γραμμετέα της Αιματολογικής Εταιρείας Ελισάβετ Γρουζή οι λευχαιμίες και τα λεμφώματα είναι μία κατηγορία κακοήθων νοσημάτων, δηλαδή καρκίνων. Οι λευχαιμίες ξεκινούν κατά κανόνα από το μυελό των οστών, ενώ τα λεμφώματα ξεκινούν συχνά από τους λεμφαδένες. Σε αντίθεση με τους άλλους καρκίνους, τα νοσήματα αυτά εμφανίζουν συχνά μεγάλη ευαισθησία στη χημειοθεραπεία, στην ακτινοθεραπεία, καθώς και στην ανοσοθεραπεία και για το λόγο αυτό υπάρχει δυνατότητα ίασης ακόμη και στις περιπτώσεις που η προσβολή του οργανισμού είναι εκτεταμένη.

«Στη χώρα μας, αναφέρει χαρακτηριστικά η κ.Γρουζή, έχουμε κάθε χρόνο περίπου 1.400 νέες περιπτώσεις λευχαιμίας και 2.000 περίπου περιπτώσεις λεμφωμάτων. Τόσο οι λευχαιμίες, όσο και τα λεμφώματα προσβάλλουν συχνότερα τους άνδρες σε σχέση με τις γυναίκες. Ακόμη, τα νοσήματα αυτά προσβάλλουν περισσότερο άτομα μεγαλύτερης ηλικίας». Αξίζει, όμως, απλά να αναφερθεί ότι η λευχαιμία είναι το συχνότερο νεόπλασμα της παιδικής ηλικίας. Τα νοσήματα αυτά εμφανίζουν μεγάλη ετερογένεια, δηλαδή υπάρχουν πολλές υποκατηγορίες, που διαφέρουν ως προς την κλινική πορεία, καθώς και ως προς την ανταπόκριση στη θεραπεία.

Οι τέσσερις συνηθέστερες μορφές λευχαιμίας είναι η οξεία μυελοβλαστική, η οξεία λεμφοβλαστική, η χρόνια λεμφογενής και η χρόνια μυελογενής. Οι διαφορές μεταξύ τους βασίζονται στην προέλευση των κακοήθων κυττάρων (μυελικά ή λεμφικά) και στην ταχύτητα εξέλιξης του νοσήματος, αν φυσικά δεν δοθεί θεραπεία.
Τα λεμφώματα διακρίνονται σε πάρα πολλές υποκατηγορίες με βάση τα επί μέρους χαρακτηριστικά των κακοήθων κυττάρων. Οι κυριότερες υποκατηγορίες είναι το λέμφωμα Hodgkin και τα μη Hodgkin λεμφώματα, που διακρίνονται περαιτέρω σε Β ή Τ, ανάλογα με την προέλευσή τους από Β ή Τ λεμφοκύτταρα.

«Τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει σημαντικότατα βήματα τόσο ως προς την κατανόηση της βιολογίας αυτών των νοσημάτων όσο και ως προς τη θεραπεία τους», τονίζει ο αναπληρωτής καθηγητής και ταμίας της Αιματολογικής Εταιρείας Παναγιώτης Παναγιωτίδης και προσθέτει: «Σήμερα βρισκόμαστε στην ευχάριστη θέση να μπορούμε να θεραπεύουμε σημαντικό αριθμό ασθενών, κυρίως νεαρότερων ηλικιών και το ζητούμενο να είναι το πως αυτό θα επιτευχθεί με τη λιγότερη δυνατή θεραπεία».

Η συγκεκριμένη θεραπεία χρησιμοποιείται ευρύτατα σε ασθενείς με λευχαιμίες και αρκετές φορές είναι η μόνη θεραπεία για τους ασθενείς αυτούς. Δυστυχώς όμως μόνο το 30% των ασθενών διαθέτουν συμβατό συγγενή για να χρησιμοποιηθεί ως δότης. Στις υπόλοιπες περιπτώσεις η λύση είναι είτε η ανεύρεση κάποιου μη συγγενή δότη ο οποίος είναι συμβατός με τον ασθενή, είτε η ανεύρεση μοσχεύματος από αποθηκευμένο ομφαλιοπλακουντιακό αίμα. Είναι αυτονόητο ότι το αποθηκευμένο ομφαλοπλακουντιακό αίμα θα πρέπει να έχει αποθηκευθεί σε δημόσια και όχι σε ιδιωτική τράπεζα.

«Τα πράγματα, δυστυχώς, τόσο ως προς την ύπαρξη μη συγγενών δοτών όσο και ως προς την αποθήκευση ομφάλιοπλακουντιακού αίματος σε δημόσιες τράπεζες στη χώρα μας είναι απογοητευτικά, διότι:
Στους μη συγγενείς δότες:

  • Ελάχιστος είναι αριθμός των καταγεγραμμένων δοτών. Μόνο 20.000, ενώ στην Κύπρο με πληθυσμό 700.00, έχουμε 110.000 δότες.
  • Υπάρχει βραδύτητα στην εξέταση της συμβατότητας των δειγμάτων και στην ανάρτηση των αποτελεσμάτων στις κατάλληλες ιστοσελίδες
  • Σχετικά συχνή είναι άρνηση των εθελοντών δοτών να δεχτούν όταν αυτό τους ζητηθεί.

Ως προς το ομφαλοπλακουντιακό αίμα, παρατηρείται:

  • Εντυπωσιακά υψηλός αριθμός αποθήκευσης στις ιδιωτικές τράπεζες, χωρίς καμία επιστημονική βάση για τη σημασία της αποθήκευσης για ιδία χρήση.
  • Απουσία ελέγχου λειτουργίας του μεγάλου αριθμού των ιδιωτικών τραπεζών.
  • Παραπλανητική πληροφόρηση από τις ιδιωτικές τράπεζες αναφορικά με τη μελλοντική χρησιμότητα της αυτόλογης κατάθεσης»,

εξηγεί ο πρόεδρος Εθελοντισμού της ΕΑΕ Στέλιος Γραφάκος και κάνει έκκληση να αυξηθούν οι δότες, τονίζοντας πως λαός ανταποκρίθηκε, σε αντίθεση με την Πολιτεία, στην εκστρατεία ενημέρωσης που έκανε η ΕΑΕ από τις 21 έως τις 28 Ιουνίου, στην Αθήνα.

health.in.gr

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr