Ο Σιλβέστερ Σταλόνε, ο Τζέισον Στέιθαμ και ο Ντολφ Λούντγκρεν, πρωταγωνιστές της ταινίας δράσης “Οι Αναλώσιμοι”, βρέθηκαν ανάμεσα σε αληθινούς ήρωες, κατά την επίσκεψή τους στο 2ο τάγμα του στρατιωτικού σώματος Princess of Wales Royal Regiment. Αναλώσιμος: αυτός που είναι ικανός να θυσιαστεί με στόχο να πετύχει έναν στρατιωτικό σκοπό… Οι τρεις κινηματογραφικοί αστέρες ξεναγήθηκαν […]
Ο Σιλβέστερ Σταλόνε, ο Τζέισον Στέιθαμ και ο Ντολφ Λούντγκρεν, πρωταγωνιστές της ταινίας δράσης “Οι Αναλώσιμοι”, βρέθηκαν ανάμεσα σε αληθινούς ήρωες, κατά την επίσκεψή τους στο 2ο τάγμα του στρατιωτικού σώματος Princess of Wales Royal Regiment.
Αναλώσιμος:αυτός που είναι ικανός να θυσιαστεί με στόχο να πετύχει έναν στρατιωτικό σκοπό… Οι τρεις κινηματογραφικοί αστέρες ξεναγήθηκαν στους στρατώνες του Westminster, όπου έπιασαν αληθινά όπλα στα χέρια τους, υπέγραψαν αμέτρητα αυτόγραφα και έβγαλαν φωτογραφίες με τους στρατιώτες.
Μετά την επίσκεψη αυτή, οι ηθοποιοί παραβρεθήκαν στην επίσημη βρετανική πρεμιέρα της ταινίας “Οι Αναλώσιμοι”, περπατώντας στο κόκκινο χαλί του Odeon Leicester Square. “Οι Αναλώσιμοι”, έχοντας κατακτήσει την κορυφή του αμερικανικού box office με εισπράξεις $35 εκατ. από το πρώτο μόλις Σαββατοκύριακο προβολής, έρχονται στις ελληνικές αίθουσες στις 17 Αυγούστου.
Από τη στιγμή που ο Σταλόνε είχε το σενάριο που ήθελε, είχε γράψει πάνω από 100 προσχέδια, άλλαξε αρκετά την πορεία της ταινίας και είτε έκοψε ή δούλεψε από την αρχή τους βασικούς χαρακτήρες. Στη διάρκεια γραφής του σεναρίου, είχε στο μυαλό του τους Τζετ Λι και Τζέισον Στέιθαμ για τους ρόλους των Γιανγκ και Κρίστμας αντίστοιχα. Δεν είχε δουλέψει ξανά με κανέναν από τους δυο τους, ήταν όμως φαν της δουλειάς τους και ήξερε τις ικανότητές τους.
Για τον Σταλόνε, το να έχει στην ταινία του τον μάστερ των πολεμικών τεχνών Τζετ Λι, ήταν ιδιαίτερα σημαντικό. Χωρίς καν να συναντηθούν από κοντά, ο Λι υπέγραψε για τον ρόλο του Γιν Γιανγκ, του Αμερικανο-Βιετναμέζου που προσπαθεί να ζήσει μια άλλη εκδοχή του Αμερικάνικου Ονείρου. Πολεμιστής που μάχεται σώμα με σώμα, που μπορεί να πετάξει στον αέρα προσπαθώντας να επιτεθεί, προτού οι αντίπαλοί του τον καταλάβουν, ο Τζετ Λι υποδύεται τον Γιανγκ με μια «ήρεμη ένταση». »
Στον Τζέισον Στέιθαμ, διεθνή σταρ σε ταινίες δράσης, ο Σταλόνε είδε πολλές δυνατότητες για τον ρόλο του. «Ήταν λίγο ρίσκο να επιλέξω τον Στέιθαμ», παραδέχεται ο Σταλόνε, «γιατί ποτέ δεν ξέρεις αν θα υπάρξει χημεία. Προέρχεται από μια πολύ διαφορετική κουλτούρα από τη δική μου και είναι ασφαλώς πολύ νεότερος. Ιδιαίτερα όμως, είδα σε αυτόν μια πλευρά του που δεν είχε παρουσιαστεί ποτέ σε ταινία και αυτό ήθελα να παρουσιάσω εδώ. Τον ήθελα να έχει μια αίσθηση αισιοδοξίας.» Αν και ο Κρίστμας είναι μια «φονική μηχανή» που χειρίζεται επιδέξια τα μαχαίρια, είναι και συναισθηματικός τύπος, που προσπαθεί να σώσει τη σχέση του με την κοπέλα του Λέισι (που την υποδύεται η Καρίσμα Κάρπεντερ). «Μου άρεσε πραγματικά το concept με όλους αυτούς τους συνηθισμένους άνδρες που έχουν τις ανασφάλειες και τα προβλήματά τους», σημειώνει ο Στέιθαμ, «και την ίδια στιγμή, όταν μπλέκουν σε άσχημες καταστάσεις, τα δίνουν όλα για όλα.»
Από αυτό το σημείο και μετά, η διαδικασία του κάστινγκ ήταν θέμα αποκλειστικά του Σταλόνε, που έψαχνε άτομα με μοναδικά ταλέντα. Οι βραβευμένοι με Όσκαρ Φόρεστ Γουίτακερ και Σερ Μπεν Κίνγκσλεϊ είχαν προταθεί για κάποιους ρόλους στην ταινία, όμως στην πορεία έγιναν αλλαγές. Κάποια στιγμή και ο ράπερ Κέρτις «50 Cent» Τζάκσον ήταν υποψήφιος για ρόλο, μέχρι που ο Σταλόνε σκέφτηκε ότι ίσως ακολουθούσε λάθος κατεύθυνση κι έτσι άλλαξε πορεία πλεύσης. Εν τέλει, τους ρόλους αυτούς ανέλαβαν οι Έρικ Ρόμπερτς και Τέρι Κρους.
Ο Τέρι Κρους, ιδιαίτερα γνωστός από τους κωμικούς του ρόλους σε τηλεόραση και κινηματογράφο («Everybody Hates Chris», «Get Smart», «Balls of Fury», «Norbit»), θυμάται καθαρά την ημέρα που έμαθε ότι ο Σιλβέστερ Σταλόνε ήθελε να τον συναντήσει για τον ρόλο.«Ήμουν κατάπληκτος και ενθουσιασμένος», δηλώνει με ενθουσιασμό. «Για μένα, το να δουλέψω με τον Σταλόνε ήταν η πραγματοποίηση μιας παιδικής φαντασίας. Ήταν τιμή μου.»
Για τον Ντολφ Λούντγκρεν, το να κερδίσει τον ρόλο του Γκάναρ Τζένσεν ήταν σαν να επιστρέφει στα παλιά του λημέρια. 25 χρόνια μετά τον ρόλο του ως ο Ρώσος μαχητής Ιβάν Ντράγκο στο «Rocky IV», συνεργάζεται ξανά με τον Σιλβέστερ Σταλόνε. Και ενώ έχει μια πολύχρονη καριέρα (στη διάρκεια της οποίας σκηνοθέτησε κι ο ίδιος ταινίες), ο Λούντγκρεν είδε τον ρόλο του Τζένσεν ως έναν τρόπο να επανεφεύρει τον εαυτό του. «Ο Σταλόνε έφτιαξε την καριέρα μου με τον ρόλο του Ιβάν Ντράγκο», δηλώνει. «Τώρα είμαι και πάλι εδώ, κάποια χρόνια μεγαλύτερος και ο Σλάι έχει δημιουργήσει ξανά έναν πολυπρόσωπο χαρακτήρα, έναν πιο πολύπλοκο ήρωα που θα δώσει στο κοινό την ευκαιρία να με δει από άλλη οπτική γωνία.»
Περιγράφοντας τον ήρωα που υποδύεται ως «ένα τρελό καθίκι», ο Τζένσεν είναι πάνω απ’ όλα ο καλύτερος φίλος του Μπάρνεϊ και κάποιος που δεν μπορεί να ελέγξει την παρόρμησή του. Το υπερβολικό άγχος του στη μάχη, η ακραία συμπεριφορά του και μια δόση ναρκωτικών οδηγούν στην κατακόρυφη πτώση του. Το να βρει έναν αθλητή με μαχητικές ικανότητες ήταν στο μυαλό του Σταλόνε όταν έκανε κάστινγκ για τον ρόλο του Τολ Ρόουντ, που είναι ο διανοούμενος της ομάδας αλλά και με ζωώδη δύναμη. Τον βρήκε λοιπόν στο πρόσωπο του πρωταθλητή πολεμικών τεχνών, Ράντι Κουτούρ. «Ο Ράντι είχε το πρόσωπο και το κορμί που κάνουν για πολεμική αναμέτρηση, για μάχη και πειθαρχία», λέει χαρακτηριστικά ο Σταλόνε. «Αρρενωπότητα με μια δόση ευαισθησίας στα μάτια του.»
Κατόπιν ο Σταλόνε απευθύνθηκε στον παλιό του φίλο, Μίκι Ρουρκ, προτείνοντάς του να παίξει τον μικρό αλλά σημαντικό ρόλο του Τουλ, του κουρασμένου πρώην Αναλώσιμου, που ασχολείται πλέον με το να οργανώνει μυστικές αποστολές έξω από το μαγαζί του με τατουάζ. Το μαγαζί λειτουργεί ουσιαστικά ως το αρχηγείο της ομάδας, ένα μέρος όπου οι ψυχές είναι εκτεθειμένες, οι αλήθειες λέγονται και επικρατεί μια αίσθηση συντροφικότητας. Είναι επίσης το σημείο όπου η ομάδα αρχίζει να αποκαλύπτεται, όταν ο Μπάρνεϊ αποφασίζει να αναλάβει μια δουλειά, την οποία οι υπόλοιποι βλέπουν ως αυτοκτονία. Με την πρώτη ματιά, ο Τουλ φαίνεται να έχει τη ζωή του υπό έλεγχο, όμως η πραγματικότητα είναι ότι η ζωή του είναι συνεχώς γεμάτη απογοήτευση.
Ως ηθοποιός, ο Σταλόνε ήξερε ότι έπρεπε να επιτρέπει στον κάθε ηθοποιό του καστ να έχει τη δική του προσωπικότητα στον ρόλο του. Ως σκηνοθέτης, καταλάβαινε επίσης τη σημασία τού να μεγιστοποιεί τις ικανότητες και τα ταλέντα του κάθε ηθοποιού ξεχωριστά. «Καθένας από αυτούς ήταν σταρ από μόνος του», εξηγεί ο Σταλόνε, «και χρειάζονταν όλοι ίση μεταχείριση. Όμως όλοι τους έβαλαν τα εγώ τους κατά μέρος. Διευκόλυναν τη δουλειά μου.»
Το τελευταίο κομμάτι για να συμπληρωθεί το παζλ ήταν να βρεθεί η ηθοποιός που θα υποδυόταν τη Σάντρα, τη γυναίκα που ο Μπάρνεϊ και ο Κρίστμας θέτουν σε κίνδυνο στη Βιλένα, όταν η αναγνωριστική αποστολή τους πάει στραβά. Η Σάντρα έπρεπε να είναι σκληρή, έξυπνη, όμορφη και ικανή να τα καταφέρει σε μια ταινία «γεμάτη τεστοστερόνη». Η Βραζιλιάνα ηθοποιός Γκιζέλ Ιτιέ, που ήξερε μποξ και ζίου ζίτσου αλλά δεν είχε πάρει ποτέ μέρος σε ταινία δράσης, κέρδισε τελικά τον ρόλο.
Για τους υποστηρικτικούς ρόλους, ο Σταλόνε απευθύνθηκε στον ηθοποιό Έρικ Ρόμπερτς για τον ρόλο του κατεργάρη πρών πράκτορα της CIA Μονρό, ενός άνδρα που πιάστηκε σε παγίδα που είχε σχεδιάσει ο ίδιος. Ο Ρόμπερτς δίνει μια ψυχρότητα στον άκαρδο Μονρό, που υποδύεται. Για τον ρόλο του μπράβου και πιστού ακόλουθου του Μονρό, Πέιν, ο Σταλόνε επέλεξε τον πρώην παλαιστή Στιβ Όστιν.
Σε μια ταινία τέτοιου μεγέθους, είναι αναπόφευκτα και ορισμένα προβλήματα. Τα προβλήματα αυτά πολλαπλασιάζονται, όταν τα γυρίσματα γίνονται σε μια ξένη χώρα, ειδικά σε κάποια που δεν έχει την υποδομή για να χειριστεί τις όποιες δυσκολίες προκύψουν στην ταινία. Οι παραγωγοί του «The Expendables» έπρεπε να τα βγάλουν πέρα με δύσκολες τοποθεσίες, προβλήματα στην επικοινωνία και τη γλώσσα, συνεννόηση με τα μέλη του συνεργείου που ήταν ντόπιοι και προσαρμογή στα τοπικά ήθη και έθιμα. Γνωρίζοντας τις δυσκολίες των γυρισμάτων στη Βραζιλία, ο executive producer Λες Γουέλντον τονίζει ότι η Βραζιλία παρείχε το κατάλληλο φόντο που χρειάζονταν οι συντελεστές για να δημιουργήσουν το εικονικό νησί της Βιλένα.
«Το να κάνεις γυρίσματα στη Βραζιλία είναι αναμφισβήτητα μια πρόκληση σε πολλά επίπεδα», λέει ο Γουέλντον, «αλλά η αρχιτεκτονική, το τοπίο με τα ψαροχώρια και τη ζούγκλα και η μοναδικότητα των ανθρώπων μας παρείχαν το σκηνικό που δεν μπορούσαμε να βρούμε πουθενά αλλού.» Και συχνά είναι η μη προβλεψιμότητα της Μητέρας Φύσης που αποτελεί τη μεγαλύτερη πρόκληση για μια παραγωγή. «Στη Βραζιλία δεν ήταν ασυνήθιστο να ξεσπάσει μια νεροποντή χωρίς προειδοποίηση, προκαλώντας έτσι καθυστερήσεις. Η ζέστη και η υγρασία ήταν επίσης καθοριστικοί παράγοντες, με τις θερμοκρασίες να φτάνουν σε υψηλά επίπεδα.»
Στις 30 και 31 Ιανουαρίου, στο Ολύμπια θα πραγματοποιηθεί η συναυλία «Δύο Επέτειοι, Μία Σκηνή» - αφορμή τη συμπλήρωση 30 δημιουργικών χρόνων του συνθέτη Κώστα Λειβαδά και για τα 40 χρόνια της Ορχήστρας Νυκτών Εγχόρδων «Θανάσης Τσιπινάκης» του Δήμου Πατρέων.