Μέσω τραπεζών η επιστροφή φόρου από το πετρέλαιο θέρμανσης, λέει ο Γ.Αλογοσκούφης
Μέσω των τραπεζών, με το τιμολόγιο αγοράς και μία υπεύθυνη δήλωση, θα επιστρέφεται στους καταναλωτές η διαφορά του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης μεταξύ πετρελαίου θέρμανσης και κίνησης, όπως δήλωσε την Τρίτη ο υπουργός Οικονομίας Γιώργος Αλογοσκούφης.
Μέσω των τραπεζών θα επιστρέφεται στους καταναλωτές η διαφορά του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης μεταξύ πετρελαίου θέρμανσης και κίνησης, όπως δήλωσε την Τρίτη ο υπουργός Οικονομίας Γιώργος Αλογοσκούφης στον ραδιοφωνικό σταθμό Σκάι.
Συγκεκριμένα, ο κ. Αλογοσκούφης είπε ότι η διαφορά θα επιστρέφεται αφού οι καταναλωτές θα έχουν καταθέσει μία υπεύθυνη δήλωση, κατά το «αντιγραφειοκρατικό μοντέλο Ηλιείας», και βεβαίως την απόδειξη αγοράς.
Ο υπουργός διευκρίνισε ακόμα ότι αυτές οι συναλλαγές δεν θα συνδέονται με πιθανά χρέη των αγοραστών στην Εφορία, δηλαδή αν έχουν χρέη προς το Δημόσιο δεν θα μειώνεται ισόποσα το ποσό της οφειλής.
Επίσης, αναμένεται να τεθούν όρια στην κατανάλωση και συνεπώς στην επιστροφή του φόρου. Με άλλα λόγια, δεν θα μπορεί ο οποιοσδήποτε να αναφέρει όποιο ποσό θέλει για την αγορά του πετρελαίου θέρμανσης, καθώς υπάρχει ο κίνδυνος εξαπάτησης του Δημοσίου.
Η επιστροφή του φόρου θα γίνει πιθανότατα μέσω των υπό δημόσιο έλεγχο τραπεζών (Εθνική, Αγροτική και Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο).
Ο έλεγχος των υπεύθυνων δηλώσεων θα γίνεται κατ αρχάς δειγματοληπτικά και ενδεχομένως στη συνέχεια να επεκταθεί. Το ζήτημα, πάντως, που τίθεται είναι ποιος θα κάνει τον έλεγχο χιλιάδων δηλώσεων, καθώς θα χρειαστούν πολλοί υπάλληλοι και εργατοώρες.
Για το θέμα ρωτήθηκε και ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, Θ.Ρουσόπουλος, στη διάρκεια της ενημέρωσης των πολιτικών συντακτών.
Ειδικότερα για τις ρυθμίσεις που αφορούν στο πετρέλαιο θέρμανσης είπε ότι στον προϋπολογισμό προβλέπονται έσοδα από την καταπολέμηση του λαθρεμπορίου και σημείωσε πως οι εξαγγελίες σε πολιτικό επίπεδο έχουν αξία όταν συνοδεύονται από νομοθετικές πράξεις που φέρνουν αποτέλεσμα.
Μάλιστα ανέφερε πως θα γίνει προσπάθεια απλοποίησης των διαδικασιών και το «μοντέλο της Ηλείας» θα ακολουθηθεί σε μια σειρά από δράσεις, ώστε να μην ταλαιπωρούνται οι πολίτες από γραφειοκρατικές διαδικασίες.
Παράλληλα εκτίμησε ότι στις περισσότερες πολυκατοικίες ο διαχειριστής έχει αποθεματικό ποσό και θα πάρει τα χρήματα πίσω αμέσως,ενώ σε μεμονωμένες περιπτώσεις μονοκατοικιών εξέφρασε τη βεβαιότητα ότι η επιβάρυνση αυτή θα είναι ολίγων ωρών ή ημερών και πάντως «πολύ μικρή σε σχέση με το όφελος από την καταπολέμηση του λαθρεμπορίου».
Από πλευράς ΣΥΡΙΖΑ ο βουλευτής Παναγιώτης Λαφαζάνης κάνει λόγο για αόριστες και συγκεχυμένες δηλώσεις. «Οι καταναλωτές κινδυνεύουν να μπουν σε έναν κύκλο γραφειοκρατίας και ταλαιπωρίας, ενώ είναι άγνωστο πόσα χρήματα θα επιστρέφονται, καθώς και το πλαφόν κατανάλωσης που θα επιβληθεί στο πετρέλαιο θέρμανσης» τονίζεται.
Η θέση των ιδιοκτητών ακινήτων
Σε ανακοίνωσή της, η Πανελλήνια Ομοσπονδία Ιδιοκτητών Ακινήτων τονίζει ότι είναι «απόλυτα αναγκαία η άμεση σύσταση στο υπουργείο Οικονομικών μιας μικρής ομάδας εργασίας με συμμετοχή, πέραν των αρμόδιων υπηρεσιακών παραγόντων, εκπροσώπων από τις εταιρείες εμπορίας πετρελαιοειδών, βενζινοπωλών και της ΠΟΜΙΔΑ, η οποία θα διατυπώσει βιώσιμη πρόταση για το νέο διαδικαστικό σύστημα διάθεσης του πετρελαίου θέρμανσης».
Όπως επισημαίνει η ΠΟΜΙΔΑ, το οικονομικό επιτελείο πρέπει να διαλέξει μία φόρμουλα επιστροφής του φόρου κατά τρόπο που να μην ταλαιπωρούνται οι διαχειριστές των πολυκατοικιών, δεδομένου ότι η συνεχής επαύξηση των υποχρεώσεών τους εξωθεί στην άρνηση ανάληψης των σχετικών καθηκόντων από τους συνιδιοκτήτες των κτιρίων.
Ικανοποίηση από τον ΣΕΕΠΕ
Την ικανοποίησή του εκφράζει ο Σύνδεσμος Εταιριών Εμπορίας Πετρελαιοειδών Ελλάδας (ΣΕΕΠΕ), γιατί, όπως τονίζει «επιτέλους, γίνεται προσπάθεια εκ μέρους του υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών για λήψη αποτελεσματικών και πρακτικά άμεσα εφαρμόσιμων μέτρων για τον περιορισμό του φαινομένου της λαθρεμπορίας στα καύσιμα».
Πάντως οι εταιρείες διαφωνούν με το υπουργείο ως προς το μέγεθος του λαθρεμπορίου, καθώς, σύμφωνα με τους υπολογισμούς του ΣΕΕΠΕ, δεν είναι δυνατό να υπερβαίνει τα 350 εκατ. ευρώ ετησίως και όχι τα 1,5 δισ. ευρώ.