Φοροελαφρύνσεις από το 2007 για μισθωτούς και συνταξιούχους
Σε δύο άξονες θα κινηθούν οι φοροαπαλλαγές μισθωτών και επιχειρήσεων που προωθεί η κυβέρνηση με το νέο φορολογικό νομοσχέδιο που θα κατατεθεί στη Βουλή τον Οκτώβριο: αφορολόγητο όριο στα 12.000 ευρώ και μείωση συντελεστών φορολογίας κατά πέντε μονάδες.
Σε δύο άξονες θα κινηθούν οι φοροαπαλλαγές που προωθεί η κυβέρνηση για μισθωτούς και επιχειρήσεις, με το νέο φορολογικό νομοσχέδιο που θα κατατεθεί στη Βουλή τον Οκτώβριο: αφορολόγητο όριο στα 12.000 ευρώ και μείωση συντελεστών φορολογίας κατά πέντε μονάδες σε ορίζοντα τριών ετών.
Σύμφωνα με τον υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών Γιώργο Αλογοσκούφη «στόχος είναι το εισόδημα έως 1.000 ευρώ τον μήνα να μη φορολογείται».
Παράλληλα προωθείται η κατάργηση του συντελεστή 15% του πρώτου κλιμακίου (ισχύει για εισόδημα από 11.000 ως 13.400 ευρώ), καθώς και η σταδιακή μείωση του κεντρικού φορολογικού συντελεστή κατά πέντε ποσοστιαίες μονάδες (από 30% σε 25%) και του ανώτατου φορολογικού συντελεστή, επίσης κατά πέντε ποσοστιαίες μονάδες (από 40% σε 35%).
Αδιευκρίνιστο παραμένει ακόμη το πώς θα διαμορφωθούν τα εισοδηματικά κλιμάκια από το 2007.
Όπως επισημαίνει «Το Βήμα της Κυριακής», για να ισοσταθμιστούν οι απώλειες εσόδων στον προϋπολογισμό του επόμενου έτους -δεδομένου ότι το έλλειμμα πρέπει να υποχωρήσει κάτων του 3% του ΑΕΠ- το υπουργείο σκέφτεται να προχωρήσει στην αύξηση της προκαταβολής του φόρου των τραπεζών, ενδεχομένως των επιχειρήσεων και την αύξηση του ειδικού φόρου κατανάλωσης στα καύσιμα.
Ειδικά για τις τράπεζες η προκαταβολή φόρου αυξήθηκε εφέτος από 60% σε 80% και αποτέλεσε το «κρυφό χαρτί» της κυβέρνησης έναντι των Βρυξελλών ως προς τη μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος, δεδομένου ότι το μέτρο απέδωσε περί τα 400 εκατ. ευρώ.
Το 2007 η προκαταβολή φόρου, κατά τον κ. υπουργό Oικονομίας κ. Γ. Αλογοσκούφη, θα αυξηθεί και πάλι καθώς υπάρχει μεγάλη ρευστότητα, και επιπλέον του χρόνου μειώνεται ο φορολογικός συντελεστής των κερδών σε 25%.
Θεωρείται βέβαιον ότι η αύξηση της προκαταβολής θα ανέλθει σε 90%, αν δεν αγγίξει το 100%, όπως ισχύει σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες.