Επιστροφή των Strokes στο δισκογραφικό προσκήνιο με ένα φιλόδοξο άλμπουμ αρκετά μεγάλης -για τα δεδομένα τους- διάρκειας που, χωρίς να προδίδει τις βασικές αρχές του νεοϋορκέζικου garage punk, προτείνει ένα ήχο περισσότερο διαυγή, ταχύ και κοφτό. Η μεταβολή αυτή οφείλεται στο γεγονός ότι όσο ο χρόνος περνά οι Julian Casablancas (φωνητικά), Nick Valensi (κιθάρα), Albert […]
Επιστροφή των Strokes στο δισκογραφικό προσκήνιο με ένα φιλόδοξο άλμπουμ αρκετά μεγάλης -για τα δεδομένα τους- διάρκειας που, χωρίς να προδίδει τις βασικές αρχές του νεοϋορκέζικου garage punk, προτείνει ένα ήχο περισσότερο διαυγή, ταχύ και κοφτό. Η μεταβολή αυτή οφείλεται στο γεγονός ότι όσο ο χρόνος περνά οι Julian Casablancas (φωνητικά), Nick Valensi (κιθάρα), Albert Hammond Jr. (κιθάρα), Nikolai Fraiture (μπάσο) και Fab Moretti (ντραμς) μαθαίνουν να παίζουν καλύτερα τα όργανά τους αλλά και στο ότι άλλαξε ο παραγωγός με τον οποίο συνεργάζονται. Τη θέση του Gordon Raphael έχει πάρει πλέον ο David Kahne, γνωστός για τη συνεισφορά του στο σκληρό, βαρύ ήχο συγκροτημάτων όπως οι Sugar Ray αλλά και για επιτυχίες του new wave όπως το “Walk Like An Egyptian” των Bangles. Ισχυρότερο στα ροκάδικα ξεσπάσματα (“Vision Of Division”, “Heart In A Cage”) και πιο αδύνατο στις μπαλάντες και στα πειράματα με τους ρυθμούς, το τρίτο άλμπουμ των Strokes είναι η τελευταία τους ευκαιρία για μια καριέρα διαρκείας.
Καθώς βρισκόμαστε μια ανάσα από το Πάσχα, δεν προκαλεί καμία εντύπωση ότι μόνο δύο νέες ταινίες έκαναν την εμφάνισή τους στις σκοτεινές αίθουσες αυτή την εβδομάδα