Στις συνεντεύξεις που συνοδεύουν το κυρίως πρόγραμμα ο σκηνοθέτης Ντέιβιντ Μπερκ αποκαλύπτει ότι έχει εργαστεί σε τηλεοπτικά δίκτυα και γνωρίζει από πρώτο χέρι τις ίντριγκες και τη διαπλοκή των εξουσιών, αλλά και την καλυμμένη ή απροκάλυπτη προπαγάνδα υπέρ των δημοσίων προσώπων. Με την ταινία αυτή θέλησε να καταγγείλει ένα διεφθαρμένο σύστημα εξουσίας, το οποίο παράγει […]
Στις συνεντεύξεις που συνοδεύουν το κυρίως πρόγραμμα ο σκηνοθέτης Ντέιβιντ Μπερκ αποκαλύπτει ότι έχει εργαστεί σε τηλεοπτικά δίκτυα και γνωρίζει από πρώτο χέρι τις ίντριγκες και τη διαπλοκή των εξουσιών, αλλά και την καλυμμένη ή απροκάλυπτη προπαγάνδα υπέρ των δημοσίων προσώπων. Με την ταινία αυτή θέλησε να καταγγείλει ένα διεφθαρμένο σύστημα εξουσίας, το οποίο παράγει αφενός επίορκους αστυνομικούς και αφετέρου κρατικούς λειτουργούς που φροντίζουν για τα προσωπικά τους οφέλη. Όμως, η εμπειρία, η συγγραφή σεναρίου και η καρέκλα του σκηνοθέτη αποδείχθηκαν κόσμοι χωριστοί. Το «Edison» έχει όλα τα στοιχεία μιας ενδιαφέρουσας αστυνομικής περιπέτειας. Επιπλέον, διαθέτει πλειάδα γνωστών (και καλών) ηθοποιών. Εντούτοις, δεν διαφοροποιείται από τα δεκάδες παρόμοια φιλμ που έχουμε δει κατά καιρούς. Το μεγάλο πρόβλημα του «Edison» έγκειται στο γεγονός ότι, ενώ συμβαίνουν διάφορα… τρομερά και φοβερά, ο θεατής μάλλον αδιαφορεί και για τη μοίρα των ηρώων και για την έκβαση της υπόθεσης. Η ανέλιξη είναι τυποποιημένη. Οι αντιδράσεις των «κακών» και η σωτηρία των «καλών» είναι στοιχεία προβλέψιμα. Όσο για τις ερμηνείες βρίσκονται στο όριο της διεκπεραίωσης. Κατά τα άλλα έχουμε ένα ευπρόσωπο αστυνομικό θρίλερ για οικιακή κατανάλωση, που αρχίζει και τελειώνει με εντυπωσιακές συμπλοκές και που αξιοποιεί πλήρως ένα μοντέρνο σύστημα Home Cinema. Η ελληνική έκδοση που βρίσκεται αυτή τη στιγμή στα σημεία πώλησης φέρεται ως Special Edition και προορίζεται για αγορά. Διαθέτει αναμορφικό κάδρο σε 2,35:1, με άριστη απόδοση του πρωτοτύπου: Εικόνα που άλλοτε δείχνει λουστραρισμένη και άλλοτε δίνει την εντύπωση της παρακμής, πάρα πολύ καλή υφή, ανάλυση και φωτεινότητα, λίγο σκληρά χρώματα και καλό επίπεδο οξύτητας. Οι δύο εξακάναλες μπάντες δεν έχουν ουσιαστικές διαφορές. Τα βαριά ή ελαφρά πυροβόλα όπλα βάζουν σε δοκιμασία τα ηχεία, οι χαμηλές συχνότητες κάνουν αισθητή την παρουσία τους και οι λεγόμενες ατμόσφαιρες (δρόμοι, εσωτερικός χώρος σε κλαμπ κ.λπ.) ζωντανεύουν τα δρώμενα. Το DTS ακούγεται λιγουλάκι πιο πλούσιο, με την έννοια ότι διασπείρει καλύτερη τον ήχο σε οικιακό περιβάλλον. Τα έξτρα (με ελληνικούς υπότιτλους) είναι λιγοστά. Πέρα από το τρέιλερ, υπάρχει ένα σχετικά εκτεταμένο «Behind the Scenes», στο οποίο οι συντελεστές μιλούν για τη δουλειά τους, ενώ παράλληλα παρακολουθούμε στιγμιότυπα από τα γυρίσματα.