Αμερική 2019. Ο Λίνκολν 6 Έκο και η Τζόρνταν 2 Δέλτα είναι δύο από τους επιζήσαντες μιας ολοκληρωτικής καταστροφής που μόλυνε τη Γη. Ζουν σε συγκρότημα κατοικιών. Το περιβάλλον είναι αποστειρωμένο, η διατροφή ελεγχόμενη και οι κανόνες εργασίας και συμπεριφοράς αυστηροί. Κάθε τόσο γίνονται κληρώσεις. Οι τυχεροί φεύγουν για το Νησί, το μοναδικό κομμάτι του […]
Αμερική 2019. Ο Λίνκολν 6 Έκο και η Τζόρνταν 2 Δέλτα είναι δύο από τους επιζήσαντες μιας ολοκληρωτικής καταστροφής που μόλυνε τη Γη. Ζουν σε συγκρότημα κατοικιών. Το περιβάλλον είναι αποστειρωμένο, η διατροφή ελεγχόμενη και οι κανόνες εργασίας και συμπεριφοράς αυστηροί. Κάθε τόσο γίνονται κληρώσεις. Οι τυχεροί φεύγουν για το Νησί, το μοναδικό κομμάτι του πλανήτη που δεν έχει μολυνθεί. Όμως, περίεργα γεγονότα έχουν βάλει σε σκέψεις τον Λίνκολν. Τη μέρα που η Τζόρνταν, την οποία συμπαθεί, κληρώνεται για να ταξιδέψει στο Νησί, αποκαλύπτεται ότι όλη τους η ζωή ήταν μια απάτη. Η Γη δεν έχει καταστραφεί. Νησί δεν υπάρχει. Οι δύο ήρωες και οι όμοιοί τους είναι «σύγγονοι», δηλαδή κλώνοι ζάπλουτων ανθρώπων. Έχουν δημιουργηθεί σε εργαστήριο και διατηρούνται στη ζωή, με σκοπό να προμηθεύσουν με όργανα ή με ό,τι άλλο χρειαστεί εκείνους που έχουν πληρώσει εκατομμύρια δολάρια προκειμένου να αποκτήσουν ένα πιστό τους αντίγραφο. Το ζευγάρι δραπετεύει από τις εγκαταστάσεις της παράνομης επιχείρησης και η καταδίωξη αρχίζει. Είναι σαφές ότι έχουμε να κάνουμε με ένα blockbuster που παράλληλα ρίχνει γέφυρες και στο κοινό που ποτέ δεν θα πλησίαζε μια ταινία τύπου «Ο Βράχος» ή «Bad Boys». Το πρώτο μέρος θέτει διάφορα ερωτήματα σχετικά με το ηθικό μέρος της κλωνοποίησης, με την υπόσταση και τα δικαιώματα των κλώνων, καθώς και με τα συναισθήματα που πιθανόν θα μπορούσαν να αναπτύξουν αυτά τα πλάσματα. Τρία τέταρτα μετά την έναρξη του έργου όλα αυτά ξεχνιούνται. Τη θέση του όποιου «στοχασμού» παίρνει η καταιγιστική δράση. Στη συνέντευξή του ο Μάικλ Μπέι δηλώνει ευθαρσώς ότι τρελαίνεται για «action» και στον τομέα αυτό του βγάζει κανείς το καπέλο: Οι ήρωες πέφτουν από τον 70ό όροφο ενός ουρανοξύστη, ενώ τους καταδιώκουν ελικόπτερα και η μισή αστυνομία. Ιπτάμενες μοτοσικλέτες ζουζουνίζουν στο χώρο. Τρένα κινούνται σε στρώμα αέρος. Οι «κακοί» καταδιώκουν σε αυτοκινητόδρομο μια νταλίκα φορτωμένη χοντρές λαμαρίνες και ρόδες τρένου. Το φορτίο λύνεται και κυλά στο δρόμο, τσακίζοντας το ένα αυτοκίνητο μετά το άλλο. Προσωπικά, διασκέδασα με το «Νησί». Δεν με ενόχλησε ιδιαίτερα το γεγονός ότι τα ντεκόρ παραπέμπουν σε γνωστές ταινίες («Πέμπτο Στοιχείο», «Τεχνητή Νοημοσύνη»), ούτε η αισθητική της διαφήμισης που διατρέχει σχεδόν κάθε πλάνο της ταινίας. Οι ηθοποιοί κρατούν το μέτρο, δίνοντας μια κάποια βαρύτητα στους ρόλους (οι Βρετανοί κάνουν ξανά το μικρό θαύμα τους), η φουτουριστική άποψη του Λος Aντζελες είναι χαριτωμένη και τα εφέ χορταστικά. Στο κάτω κάτω της γραφής ο Μπέι δεν είναι… Σπίλμπεργκ, αλλά ένας πολύ καλός εργάτης της χολιγουντιανής αλυσίδας παραγωγής. Η ευρωπαϊκή έκδοση χαρίζει δυνατές συγκινήσεις. Η αναμορφική εικόνα είναι συμπαγής, με άριστη ανάλυση και φωτεινότητα, με ζωηρά χρώματα, με εξαιρετική απόδοση των σκηνικών χώρων (το αχανές συγκρότημα με τα εργαστήρια, οι χώροι εργασίας και ανάπαυσης των κλώνων, το φουτουριστικό εσωτερικό του σπιτιού του Λίνκολν) και με ικανοποιητικό βάθος. Η εξακάναλη μπάντα έχει σχεδιαστεί έτσι ώστε να κυκλώνει το θεατή πότε με χαμηλές συχνότητες και πότε με ηχητικά που συνοδεύουν τις εντυπωσιακές σκηνές δράσης, αλλά και τη σκηνή κατά την οποία ένας γιγάντιος ανεμιστήρας εξαερισμού φεύγει από τον άξονά του και αρχίζει να διαλύεται. Το πρόσθετο υλικό του δίσκου περιορίζεται στο Making of (με ελληνικούς υπότιτλους). Διαρκεί μόνο 15 λεπτά, αλλά αποδεικνύεται αρκετά κατατοπιστικό σε ό,τι αφορά το στήσιμο της παραγωγής. Μεταξύ άλλων μαθαίνουμε ότι τα αχανή ντεκόρ είναι πραγματικών διαστάσεων, ότι οι δύο πρωταγωνιστές γύρισαν οι ίδιοι ορισμένες επικίνδυνες σκηνές και ότι για την κινηματογράφηση της καταδίωξης επιστρατεύτηκε μια πατέντα του ίδιου του σκηνοθέτη. Οι κάμερες «έτρεχαν» ανάμεσα στα αυτοκίνητα, ώστε ο θεατής να έχει την εντύπωση ότι συμμετέχει στη δράση.