Στα μέσα της δεκαετίας του 1920 ο Τζέιμς Τζ.Μπράντοκ, ένας νεαρός που έκανε διάφορες δουλειές, αποφάσισε να ασχοληθεί με την πυγμαχία. Ήταν τέτοιο το πάθος του για το άθλημα, που σύντομα -το 1926 συγκεκριμένα- πέρασε από την ερασιτεχνική κατηγορία στην επαγγελματική. Τα επόμενα χρόνια διακρίθηκε ως μποξέρ. Μάλιστα, έγινε γνωστός για τις δυνατές γροθιές που […]
Στα μέσα της δεκαετίας του 1920 ο Τζέιμς Τζ.Μπράντοκ, ένας νεαρός που έκανε διάφορες δουλειές, αποφάσισε να ασχοληθεί με την πυγμαχία. Ήταν τέτοιο το πάθος του για το άθλημα, που σύντομα -το 1926 συγκεκριμένα- πέρασε από την ερασιτεχνική κατηγορία στην επαγγελματική. Τα επόμενα χρόνια διακρίθηκε ως μποξέρ. Μάλιστα, έγινε γνωστός για τις δυνατές γροθιές που έριχνε με το δεξί του χέρι. Στις 3 Σεπτεμβρίου του 1929 η Αμερική βυθίστηκε στη μεγαλύτερη οικονομική κρίση της ιστορίας της. Ο Μπράντοκ, όπως και πολλοί άλλοι συμπολίτες του, έχασε τα πάντα. Στα χρόνια που ακολούθησαν προσπαθούσε να θρέψει την οικογένειά του άλλοτε δουλεύοντας για ένα μεροκάματο και άλλοτε δίνοντας αγώνες. Σε έναν από αυτούς έσπασε το χέρι του και αποκλείστηκε από τα ρινγκ. Όντας σε έσχατη ένδεια και με τα παιδιά του να λιμοκτονούν, αναγκάστηκε να αποταθεί στην κοινωνική πρόνοια, ακόμα και να ζητιανέψει. Η τύχη άρχισε να του χαμογελά το 1934, οπότε επέστρεψε στο ρινγκ. Aρχισε να κερδίζει τον έναν αγώνα μετά τον άλλο, έγινε λαϊκός ήρωας, απέκτησε το παρατσούκλι «Cinderella Man» και, έχοντας στο πλευρό του ολόκληρο το έθνος, έφτασε στον τελικό του παγκόσμιου πρωταθλήματος βαρέων βαρών. Στις 13 Ιουνίου του 1935, στο Μάντισον Σκουέαρ Γκάρντεν της Νέας Υόρκης, ο Μπράντοκ αντιμετώπισε το διάσημο πυγμάχο Μαξ Μπερ. Τον νίκησε στο 15ο γύρο και κατέκτησε τον τίτλο του παγκόσμιου πρωταθλητή. Τα παραπάνω γεγονότα, που σημάδεψαν τη ζωή ενός θρύλου του μποξ, μεταφέρει στην οθόνη o Ρον Χάουαρντ. Ευελπιστώντας ότι θα επαναλάβει την επιτυχία (και τα Όσκαρ) που του χάρισε ο «Υπέροχος Aνθρωπος» («A Beautiful Mind»), δημιουργεί ένα φιλμ που χρησιμοποιεί την πυγμαχία για να αναβιώσει μια δύσκολη εποχή και παράλληλα να προβάλει αξίες που συγκινούν τα μέλη της Ακαδημίας Κινηματογράφου: αγώνας για τη συνοχή της οικογένειας, θάρρος, πίστη, ακεραιότητα χαρακτήρα. Οι σκηνές στα ρινγκ είναι καλογυρισμένες. Την παράσταση ωστόσο κλέβουν η ανασύσταση της Νέας Υόρκης της εποχής του Κραχ και η κορύφωση του δράματος του ήρωα, όταν αναγκάζεται να ζητιανέψει χρήματα από την ομοσπονδία πυγμαχίας. Το «Cinderella Man» δεν έχει πολλά στοιχεία να πιαστείς ούτε σε επίπεδο σκηνοθεσίας ούτε ως προς τις ερμηνείες. Είναι μια τυπική κινηματογραφική βιογραφία, σαφώς καλοφτιαγμένη, αλλά προορισμένη να κερδίσει τη συμπάθεια τόσο του μέσου θεατή όσο και των επιτροπών στις διάφορες διοργανώσεις. Στις Χρυσές Σφαίρες του 2005 είχε δυο υποψηφιότητες (Α΄ και Β΄ Ανδρικού Ρόλου). Η ευρωπαϊκή έκδοση που κυκλοφορεί στη χώρα μας είναι μονός δίσκος και περιέχει λιγότερα έξτρα από την αντίστοιχη αμερικανική. Η ποιότητα της εικόνας και του ήχου βρίσκεται σε υψηλά επίπεδα. Όσον αφορά στο αναμορφικό κάδρο δύσκολα θα εντοπίσει κανείς ψεγάδι. Η ανάλυση, η φωτεινότητα, τα χρώματα και το βάθος των πλάνων είναι εφάμιλλα της κινηματογραφικής προβολής. Εξίσου άψογα αποδίδονται και οι ατμοσφαιρικοί φωτισμοί του έργου, ειδικά οι τόνοι καφέ σέπιας (στα εξωτερικά της Νέας Υόρκης του 1930) και το πορτοκαλοκόκκινο χρώμα που δίνουν στους χώρους οι ηλεκτρικοί λαμπτήρες πυρακτώσεως. Κανένα παράπονο δεν έχουμε και από τον ήχο. Η μπάντα είναι σχεδιασμένη έτσι ώστε να δίνει την εντύπωση περιβάλλοντος χώρου στις σκηνές των αναμετρήσεων στο ρινγκ (φωνές του πλήθους) ή να περιβάλλει το θεατή με τις μουσικές του Τόμας Νιούμαν. Τα έξτρα (με ελληνικούς υπότιτλους) εξαντλούνται στις σκηνές που κόπηκαν και σε ένα φιλμάκι που διαρκεί περίπου δέκα λεπτά. Έχει τίτλο «Ringside Seats» και παρουσιάζει το σκηνοθέτη, το σεναριογράφο, τον παραγωγό και το συγγραφέα Νόρμαν Μέιλερ να παρακολουθούν από φιλμ αρχείου τον αυθεντικό αγώνα πυγμαχίας ανάμεσα στον Μπράντοκ και τον Μπερ. Ο Μέιλερ σχολιάζει την τεχνική του Μπράντοκ, που τον οδήγησε στη νίκη.