Δυνατές φαζαρισμένες κιθάρες και στιβαροί ηλεκτρονικοί ρυθμοί χορεύουν αγκαλιασμένοι σφιχτά σε αυτό το δωδέκατο στούντιο άλμπουμ που κυκλοφορούν οι Depeche Mode έπειτα από -ούτε λίγο ούτε πολύ- 25 χρόνια δράσης. Ο ήχος, η διάθεση, οι ερμηνείες έχουν μια φρεσκάδα που καθόλου δεν προδίδει ούτε το χρόνο που έχει περάσει ούτε τις προσωπικές περιπέτειες των μελών […]
Δυνατές φαζαρισμένες κιθάρες και στιβαροί ηλεκτρονικοί ρυθμοί χορεύουν αγκαλιασμένοι σφιχτά σε αυτό το δωδέκατο στούντιο άλμπουμ που κυκλοφορούν οι Depeche Mode έπειτα από -ούτε λίγο ούτε πολύ- 25 χρόνια δράσης. Ο ήχος, η διάθεση, οι ερμηνείες έχουν μια φρεσκάδα που καθόλου δεν προδίδει ούτε το χρόνο που έχει περάσει ούτε τις προσωπικές περιπέτειες των μελών και κυρίως του τραγουδιστή David Gahan, ο οποίος, αξίζει να σημειωθεί, συνεισφέρει για πρώτη φορά τρεις δικές του συνθέσεις. Σε σχέση με την προηγούμενη δουλειά τους, το «Exciter» του 2001, το τέμπο των τραγουδιών έχει επιταχυνθεί και η αυτοπεποίθηση έχει μεγαλώσει. Η electro-gospel διασκευή στο blues των 30s «John The Revelator», ο techno παλμός του «Suffer Well», η μελαγχολική αλλά και σφοδρή electronica του «A Pain That I’m Used To», η προσβασιμότητα του φιλικού προς τα FM «Precious» επιβεβαιώνουν ότι, ναι, είναι δυνατόν ένα γκρουπ της χορευτικής σκηνής να γεράσει με αξιοπρέπεια. Ακόμη περισσότερο, είναι δυνατόν να γεράσει συνεχίζοντας να διδάσκεται – και να διδάσκει.