«Finally. The world is ready for… Born To Run.» Έπειτα από δεκαπέντε ξέφρενα χρόνια, όπου έφερε τα πάνω κάτω στο κοινωνικό και μουσικό γίγνεσθαι, το ροκ περνούσε στα μέσα της δεκαετίας του ’70 την πρώτη περίοδο ανασκόπησης του πολυτάραχου βίου του και όλοι έψαχναν για το νέο Μεσσία που θα αναβίωνε και θα ανανέωνε τις […]
«Finally. The world is ready for… Born To Run.» Έπειτα από δεκαπέντε ξέφρενα χρόνια, όπου έφερε τα πάνω κάτω στο κοινωνικό και μουσικό γίγνεσθαι, το ροκ περνούσε στα μέσα της δεκαετίας του ’70 την πρώτη περίοδο ανασκόπησης του πολυτάραχου βίου του και όλοι έψαχναν για το νέο Μεσσία που θα αναβίωνε και θα ανανέωνε τις βασικές αρχές του. Το Μάιο του 1974, ο μουσικοκριτικός Jon Landau του περιοδικού Rolling Stone θα έγραφε ένα κείμενο που περιείχε τη θρυλική φράση: «Είδα το μέλλον του rock ‘n’ roll και το όνομά του ήταν Bruce Springsteen. Με έκανε να αισθανθώ σαν να άκουγα μουσική για πρώτη φορά». Οι κριτικοί, οι ραδιοφωνικοί παραγωγοί και όσοι είχαν τη τύχη να τον δουν να παίζει ζωντανά συμφωνούσαν απόλυτα. Ωστόσο, εξαιτίας των χαμηλών πωλήσεων των δύο πρώτων του δίσκων, η τύχη του δισκογραφικού του συμβολαίου εξαρτιόταν από την πορεία του επόμενού του δίσκου. Άλλες εποχές άλλα ήθη. Οι συνθέσεις ήταν ως επί το πλείστον έτοιμες και δοκιμασμένες στις συναυλίες. Το βάρος όμως των όσων διακυβεύονταν και η υπέρμετρη φιλοδοξία του Springsteen που είχε βάλει στόχο «να δημιουργήσει τον απόλυτο rock ‘n’ roll δίσκο, ένα αλησμόνητο έργο με τη παραγωγή του Phil Spector, τους στίχους του Bob Dylan και τα φωνητικά του Roy Orbison» έμοιαζαν να έχουν στοιχειώσει την παραγωγική διαδικασία. Το «Born to Run» χρειάστηκε περισσότερο από ένα χρόνο για να ολοκληρωθεί και οδήγησε τον Springsteen στα όρια της νευρικής και σωματικής κατάρρευσης. «Είναι το χειρότερο σκουπίδι που έχω ακούσει» φώναξε, όταν άκουσε τη τελική κόπια του δίσκου. Ευτυχώς οι υπεύθυνοι της Columbia είχαν αντίθετη άποψη και έδωσαν εντολή να ξεκινήσει μία από τις μεγαλύτερες καμπάνιες προώθησης δίσκου που είχε γίνει μέχρι τότε. Το «Born to Run» ήταν ένας μουσικός δυναμίτης με οκτώ έντεχνες, επικές και άκρως λυρικές ροκ συνθέσεις που συνδύαζαν τη φιλοσοφία του rock ‘n’ roll με το μουσικό μεγαλείο της rock, της soul και της jazz. Εδώ δεν υπάρχουν κομμάτια δεύτερης διαλογής, αλλά ανάμεσά τους αναμφίβολα ξεχωρίζει ο καταιγιστικός ροκ ύμνος «Born to Run» και οι αριστουργηματικές πιάνο-ροκ μπαλάντες «Thunder Road» και «Jungleland» που ανοίγουν και κλείνουν το δίσκο. Οι κριτικοί το αποθέωσαν και το κοινό το λάτρεψε, ενώ στις 27 Οκτωβρίου γράφτηκε ιστορία με την ταυτόχρονη εμφάνιση του Springsteen στα εξώφυλλα των περιοδικών Time και Newsweek. Η διαφημιστική υπερβολή της Columbia κορυφώθηκε τον επόμενο μήνα στη διάρκεια των παρθενικών εμφανίσεων του Springsteen στην Αγγλία. Στις 18 Νοεμβρίου του 1975, οι αγγλικές εφημερίδες της ημέρας, οι δρόμοι του Λονδίνου και οι τοίχοι του θεάτρου Hammersmith Odeon είχαν γεμίσει από αφίσες με τη φωτογραφία του εξωφύλλου του Born to Run και τη λεζάντα «Επιτέλους. Το Λονδίνο είναι έτοιμο για τον Bruce Springsteen». Στις 15 Νοεμβρίου 2005, ο Springsteen γιόρτασε τη συμπλήρωση τριάντα ετών από εκείνη τη σημαδιακή στιγμή, προσφέροντάς μας το απόλυτο δώρο: μια χορταστική κασετίνα με την επετειακή έκδοση του Born To Run. Πέρα από το CD του ίδιου του δίσκου, που έχει υποστεί για πρώτη φορά ψηφιακό remastering από το μετρ του είδους Bob Ludwig, η κασετίνα περιλαμβάνει ένα φωτογραφικό λεύκωμα 48 σελίδων και δύο DVD-Video με ακυκλοφόρητο υλικό συνολικής διάρκειας τεσσάρων ωρών. Το πρώτο από αυτά περιέχει τρία κομμάτια από μια συναυλία του 1973, καθώς και το ντοκιμαντέρ «Wings for Wheels» για τη δημιουργία του δίσκου που περιλαμβάνει σπάνιο αρχειακό υλικό και συνεντεύξεις με όλους του συντελεστές του έργου. Ωστόσο, η μεγαλύτερη έκπληξη μας περιμένει στο δεύτερο DVD που μας μεταφέρει στις 18 Νοεμβρίου 1975, για να παρακολουθήσουμε ολόκληρη τη θρυλική συναυλία στο Hammersmith Odeon. Είναι η πρώτη φορά που κυκλοφορεί πλήρης συναυλία από τα εικοσιπέντε αρχικά χρόνια της καριέρας του Springsteen και η εμπειρία είναι καθηλωτική. Επιτέλους. Ένα από τα πιο αξιόλογα αλλά και υποτιμημένα έργα της σύγχρονης μουσικής απολαμβάνει, έστω και καθυστερημένα, την αναγνώριση και την αντιμετώπισης που του αρμόζει.