Μετά το 1985 ξεκίνησε η δημιουργία περιουσίας από τα ασφαλιστικά ταμεία
Από το 1985 και εντεύθεν άρχισαν τα ασφαλιστικά ταμεία να δημιουργούν περιουσία. Η αύξηση των επιτοκίων καταθέσεων και η καλύτερη αξιοποίηση της περιουσίας τους έδωσε τη δυνατότητα δημιουργίας σημαντικών αποθεματικών.
Από το 1985 και εντεύθεν άρχισαν τα ασφαλιστικά ταμεία να δημιουργούν περιουσία. Η αύξηση των επιτοκίων καταθέσεων και η καλύτερη αξιοποίηση της περιουσίας τους έδωσε τη δυνατότητα δημιουργίας σημαντικών αποθεματικών, παρ ότι μεσολάβησε το «πρόβλημα του Χρηματιστηρίου».
Τα στοιχεία της ομοσπονδίας των εργαζόμενων στα ασφαλιστικά ταμεία καταδεικνύουν τη «ληστεία» που συντελέστηκε για πολλές δεκαετίες εις βάρος των Ταμείων ως τα μέσα της δεκαετίας του 1980.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της ομοσπονδίας, το 1984 η περιουσία των ασφαλιστικών ταμείων ήταν μόλις 524 εκατ. ευρώ, που αντιστοιχούν στο 39% των εσόδων του ιδίου έτους ή στο 5% του ΑΕΠ. Στο τέλος του 2004 η συνολική περιουσία των Ταμείων φθάνει τα περίπου 25 δισ. ευρώ (22 δισ. ήταν στις 31/12/2003) που αντιστοιχεί στο 97% των εσόδων του ιδίου έτους ή στο 15,2% του ΑΕΠ.
Χαρακτηριστικό είναι επίσης, όπως επισημαίνει Το Βήμα, το στοιχείο ότι η περιουσία των Ταμείων το 1984 αντιστοιχούσε στις δαπάνες 5 μηνών του ιδίου έτους, ενώ το 2004 αντιστοιχεί σε δαπάνες 12,3 μηνών. Τα συγκεκριμένα στοιχεία δείχνουν την καταλήστευση των Ταμείων για πολλές δεκαετίες, δηλαδή την περίοδο που το σύστημα δεν είχε ωριμάσει και η σχέση ασφαλισμένων-συνταξιούχων ήταν ευνοϊκή και τα πλεονάσματα μεγάλα, τα Ταμεία δεν δημιούργησαν περιουσία, αφού όπως είναι γνωστό είχαν δεσμευμένα τα αποθεματικά τους στην Τράπεζα της Ελλάδος, άτοκα ή με πολύ χαμηλά επιτόκια.
Αντιθέτως, από το 1985 και μετά η αλλαγή στο καθεστώς αξιοποίησης της περιουσίας και η σημαντική αύξηση των επιτοκίων καταθέσεων συνετέλεσαν στο να αποκτήσουν τα Ταμεία μια υπολογίσιμη περιουσία, παρά τα προβλήματα του Χρηματιστηρίου.
Ωστόσο και αυτή η περιουσία στα μεγάλα Ταμεία(ΙΚΑ, ΤΕΒΕ, OΓΑ) είναι πολύ μικρή σε σχέση με τον αριθμό των ασφαλισμένων και των συνταξιούχων και επομένως σε σχέση με τις συνολικές υποχρεώσεις τους.