Εφικτός ο στόχος για 20,3 εκατ. τουρίστες μέχρι το 2010, εκτιμά ο ΣΕΤΕ
Εφικτός είναι ο στόχος της επίτευξης 20,3 εκατ. αφίξεων τουριστών και εσόδων 15 δισ. δολαρίων μέχρι το 2010, σύμφωνα με την μελέτη του Συνδέσμου Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων «Ελληνικός Τουρισμός 2010: Στόχοι και Στρατηγική».
Εφικτός είναι για τον ελληνικό τουρισμό ο στόχος της επίτευξης 20,3 εκατ. αφίξεων τουριστών και εσόδων 15 δισ. δολαρίων μέχρι το 2010, σύμφωνα με την μελέτη του Συνδέσμου Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων «Ελληνικός Τουρισμός 2010: Στόχοι και Στρατηγική».
Οι στόχοι αυτοί όμως, σύμφωνα με τον ΣΕΤΕ, θα είναι εφικτοί μόνο στην περίπτωση που η χώρα μας προχωρήσει άμεσα στην ανάπτυξη μιας σειράς υποστηρικτικών τουριστικών υποδομών που θα ευνοήσουν την ανάπτυξη ειδικών μορφών τουρισμού και θα αμβλύνουν την έντονη εποχικότητα που χαρακτηρίζει την τουριστική ζήτηση για τη χώρα μας.
Συγκεκριμένα μέχρι το 2010, η Ελλάδα πρέπει να στοχεύσει σε 46 γήπεδα γκολφ, 15 αυτόνομα συνεδριακά και εκθεσιακά κέντρα, 24 κέντρα θαλασσοθεραπείας και 42 μαρίνες. Στόχοι φιλόδοξοι αλλά όχι ακατόρθωτοι, όπως υποστηρίζει ο Σύνδεσμος.
Η επίτευξη του εν λόγω στόχου, τον οποίο και το αρμόδιο υπουργείο Ανάπτυξης έχει θέσει, σημαίνει ότι η Ελλάδα θα αυξήσει το μερίδιο αγοράς της για την Ευρώπη από 3,25% το 2000 στο 3,86% το 2010 και αντίστοιχα για την παγκόσμια αγορά από 1,88% σε 2,02%.
Διαπιστώνοντας διεθνώς ολοένα εντονότερη τάση για ολιγοήμερες διακοπές και με δεδομένο το μειονέκτημα της χρονοαπόστασης της χώρας μας από τις κύριες χώρες – πηγές τουριστών, σύμφωνα με τη μελέτη ο στόχος για τη μέση διάρκεια παραμονής θα πρέπει να παραμείνει στα σημερινά μέσα επίπεδα των δέκα ημερών.
Για την υποστήριξη της επιδιωκόμενης αύξησης της ζήτησης μέχρι το 2010 θα απαιτηθεί η ενίσχυση του ξενοδοχειακού δυναμικού με 157.382 νέες κλίνες, οι οποίες όμως θα πρέπει παράλληλα να συμβάλλουν στην ανύψωση της ποιότητας της ελληνικής ξενοδοχίας.
Η προσέλκυση υψηλότερου του σημερινού επιπέδου τουριστών κατά τα επόμενα χρόνια αναμένεται να αυξήσει την κατά κεφαλή τουριστική δαπάνη από 704 δολάρια που ήταν το 2000 σε 738 δολάρια το 2010.