Υπέρ της αναγραφής της ιθαγένειας, όχι όμως του θρησκεύματος, τάσσονται οι εισηγητές του ΣτΕ
Την απόρριψη των επτά προσφυγών που στρέφονται κατά των αποφάσεων για τη μη αναγραφή του θρησκεύματος στα αστυνομικά δελτία πρότειναν σήμερα, Παρασκευή, στην Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας οι δύο αρμόδιοι εισηγητές. Οι ίδιοι τάχθηκαν υπέρ της αναγραφής της ιθαγένειας στα αστυνομικά δελτία, ζητώντας από το δικαστήριο να κάνει δεκτές τις προσφυγές ως προς αυτό το σκέλος.
Την απόρριψη των επτά προσφυγών που στρέφονται κατά των αποφάσεων για τη μη αναγραφή του θρησκεύματος στα αστυνομικά δελτία πρότειναν σήμερα, Παρασκευή, στην Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας οι δύο αρμόδιοι εισηγητές. Οι ίδιοι τάχθηκαν υπέρ της αναγραφής της ιθαγένειας στα αστυνομικά δελτία, ζητώντας από το δικαστήριο να κάνει δεκτές τις προσφυγές ως προς αυτό το σκέλος.
Λίγο προτού αρχίσει η δίκη, δύο μέλη της σύνθεσης του Δικαστηρίου υπέβαλαν αίτημα για την εξαίρεσή τους από τη διαδικασία, επειδή στο παρελθόν είχαν εκφράσει απόψεις για το ζήτημα. Πρόκειται για τους συμβούλους Επικρατείας Κωνσταντίνο Μενουδάκο και Γεώργιο Δεληγιάννη. Ο πρώτος συμμετείχε στην Εταιρεία Δικαστικών Λειτουργών για τη Δημοκρατία και τις Eλευθερίες, και ο δεύτερος είναι αντιπρόεδρος της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα. Το αίτημά τους έγινε τελικά δεκτό, και η δίκη συνεχίστηκε, ύστερα από αλλεπάλληλες διακοπές για ανάλογα ζητήματα.
Κατά την έναρξη της συνεδρίασης, η οποία διήρκεσε οκτώ ολόκληρες ώρες, οι εκπρόσωποι των προσφυγόντων ζήτησαν αναβολή της δίκης, καθώς -όπως ισχυρίστηκαν- δεν είχαν προετοιμαστεί επαρκώς. Το επιχείρημά τους αντικρούστηκε από τον εκπρόσωπο της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, ο οποίος υποστήριξε ότι το δικόγραφο των αντιδίκων του είναι πλήρες.
Οι δύο εισηγητές απέρριψαν όλους τους ισχυρισμούς που αφορούν στο ζήτημα της αναγραφής του θρησκεύματος υποστηρίζοντας ότι η απόφαση της Αρχής όχι μόνο δεν αντιβαίνει στις συνταγματικές διατάξεις αλλά προάγει την προστασία της θρησκευτικής ελευθερίας.
Σύμφωνα με τους εισηγητές, ακόμα και η προαιρετική αναγραφή του θρησκεύματος στα αστυνομικά δελτία αποτελεί παραβίαση του άρθρου 13 του Συντάγματος (περί θρησκευτικής ελευθερίας), καθώς επιφέρει διακρίσεις. Μάλιστα, υποστήριξαν ότι η επίμαχη απόφαση της Αρχής είναι σύμφωνη και με τις κοινοτικές οδηγίες που ρυθμίζουν το καθεστώς επεξεργασίας ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων. Επισήμαναν, εξάλλου, ότι η ταυτότητα είναι απλώς ένα έγγραφο για την απόδειξη της ταυτοπροσωπίας.
Αναφορικά με το θέμα της ιθαγένειας, οι δύο εισηγητές τόνισαν ότι η αναγραφή του στοιχείου αυτού είναι αναγκαία, καθώς η ταυτότητα θεωρείται ταξιδιωτικό έγγραφο για τα κράτη – μέλη της ΕΕ. Με βάση το σκεπτικό αυτό ζήτησαν να γίνουν δεκτές οι προσφυγές ως προς το σκέλος που ζητούν: την ακύρωση της απόφασης για τη μη αναγραφή της ιθαγένειας.
Οι εκπρόσωποι των προσφυγόντων ισχυρίστηκαν ότι η σύνθεση της Αρχής ήταν παράνομη, καθώς ο πρόεδρός της, Κωνσταντίνος Δαφέρμος, είχε εκφράσει -παραμονές της κρίσιμης συνεδρίασης- τις απόψεις του στον Τύπο και είχε ταχθεί κατά της αναγραφής. Επίσης, ότι η σύνθεσή της ήταν παράνομη, και δεν αναπληρώθηκε η θέση του υπουργού Δικαιοσύνης, Μιχάλη Σταθόπουλου, ο οποίος αποχώρησε από την Αρχή όταν ορκίστηκε ως μέλος της κυβέρνησης.
Υποστηρίχτηκε, ακόμη, ότι η λειτουργία της Αρχής έχει κατοχυρωθεί μόνο με ένα «τυπικό νόμο» και όχι μέσω του Συντάγματος. Το γεγονός αυτό θα έπρεπε να περιορίζει τη δικαιοδοσία της στο να εξετάζει απλώς θέματα που αφορούν σε ευαίσθητα δεδομένα και στη συνέχεια να τα παραπέμπει στο Κοινοβούλιο και στους αρμόδιους υπουργούς.
Σύμφωνα με τους εκπροσώπους των προσφυγόντων, η Αρχή ενήργησε κατά του εθνικού συμφέροντος, αφού οι Έλληνες στη συντριπτική τους πλειονότητα δηλώνουν χριστιανοί ορθόδοξοι. Οι ίδιοι επικαλέστηκαν το Σύνταγμα το οποίο αναγνωρίζει ως επικρατούσα θρησκεία στην Ελλάδα αυτήν της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας. Η ταυτότητα, προσέθεσαν, συνδέει τον πολίτη με την έννομη τάξη, η οποία αναγνωρίζει ως επικρατούσα θρησκεία το χριστιανισμό.
Λαμβάνοντας το λόγο ο εκπρόσωπος της Αρχής, αντέκρουσε όλους τους ισχυρισμούς των προσφυγόντων υποστηρίζοντας, μεταξύ άλλων, ότι η επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων είναι μεγάλη απειλή λόγω της αλματώδους ανάπτυξης της τεχνολογίας. Για το λόγο αυτόν, η Αρχή καλείται να προστατεύσει τους πολίτες, κάτι που άλλωστε συμβαίνει και σε παγκόσμιο επίπεδο, όπως κατέληξε.
Το δικαστήριο επιφυλάχθηκε να εκδώσει την απόφασή του.