Μόλις πριν από δύο μήνες κανείς δεν θα περίμενε ότι ο Βόισλαβ Κοστουνίτσα, ο 56χρονος μετριοπαθής νομικός και καθηγητής, άγνωστος στη Δύση και χωρίς ιδιαίτερο πολιτικό κύρος, εμπειρία και δημοτικότητα, θα κατάφερνε επικεφαλής της ενωμένης σερβικής αντιπολίτευσης να συγκεντρώσει την υποστήριξη του σερβικού λαού, τερματίζοντας το 13χρονο καθεστώς του Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς.
Μόλις πριν από δύο μήνες κανείς δεν θα περίμενε ότι ο Βόισλαβ Κοστουνίτσα, ο 56χρονος μετριοπαθής νομικός και καθηγητής, άγνωστος στη Δύση και χωρίς ιδιαίτερο πολιτικό κύρος, εμπειρία και δημοτικότητα, θα κατάφερνε επικεφαλής της ενωμένης σερβικής αντιπολίτευσης να συγκεντρώσει την υποστήριξη του σερβικού λαού, τερματίζοντας το 13χρονο καθεστώς του Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς.
Λίγες εβδομάδες πριν από τις εκλογές της 24ης Σεπτεμβρίου η δημοτικότητα του Κοστουνίτσα εκτινάχτηκε στα ύψη, αφήνοντας έκπληκτη ακόμη και τη διεθνή κοινότητα, η οποία και τον υποστήριξε στον αγώνα κατά του Γιουγκοσλάβου προέδρου.
Μολονότι σχετικά άγνωστος στη διεθνή κοινότητα, ο Κοστουνίτσα δεν αποτελεί νέο πρόσωπο για το πολιτικό σκηνικό της Σερβίας. Στην πραγματικότητα, βρισκόταν για χρόνια στη σκιά των σημερινών ηγετών της αντιπολίτευσης, Βουκ Ντράσκοβιτς και Ζόραν Τζίντζιτς.
Γιος διακεκριμένου δικαστή του Ανώτατου Δικαστηρίου, ο Κοστουνίτσα γεννήθηκε το 1944 στο χωριό Κοστουνίτσι, στην περιφέρεια Σουμάντγια της κεντρικής Σερβίας, σπούδασε νομικά και ακολούθησε ακαδημαϊκή καριέρα.
Ωστόσο, το 1974 η κριτική του έναντι του καθεστώτος του Τίτο οδήγησε στην απομάκρυνσή του από το Πανεπιστήμιο του Βελιγραδίου, για να βρεθεί αργότερα στο Ινστιτούτο Πολιτικών Επιστημών.
Ο Κοστουνίτσα εισέρχεται στην πολιτική σκηνή της Σερβίας
Το 1980, έγινε μάρτυρας της εισαγωγής του πολυκομματικού συστήματος στη Γιουγκοσλαβία και του συνακόλουθου εκφυλισμού του από τον Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς.
Υπήρξε ένας από τους ιδρυτές του Δημοκρατικού Κόμματος -προκατόχου του Δημοκρατικού Κόμματος της Σερβίας, του οποίου ηγείται σήμερα ο Ζόραν Τζίντζιτς- και ο πρώτος που το εγκατέλειψε, πιστεύοντας ότι η στάση των Δημοκρατών στα εθνικά ζητήματα ήταν εξαιρετικά χαλαρή.
Το 1992, ίδρυσε το σημερινό Δημοκρατικό Κόμμα της Σερβίας (DSS) και ένωσε τις δυνάμεις του με τον Βουκ Ντράσκοβιτς, ηγέτη του Κινήματος της Σερβικής Ανανέωσης, για να δημιουργήσουν μαζί με μικρότερα κόμματα το συνασπισμό DEPOS.
Ωστόσο, η απόδοση του αντιπολιτευόμενου συνασπισμού ήταν ιδιαίτερα χαμηλή στις εκλογές, με αποτέλεσμα ο Κοστουνίτσα και το DSS να αποχωρήσουν από το DEPOS. Στα χρόνια που ακολούθησαν αρνήθηκε κάθε πρόταση να συμμετάσχει σε οποιαδήποτε πολιτική συνεργασία με κόμματα της αντιπολίτευσης ή προσκείμενα στον Μιλόσεβιτς.
Μαύρη στιγμή στην πολιτική πορεία του Κοστουνίτσα χαρακτηρίστηκε η άρνησή του, το χειμώνα του 1996, να λάβει μέρος στο συνασπισμό Zajedno, που είχαν σχηματίσει οι Ντράσκοβιτς, Τζίντζιτς και Πέσιτς, σε μια περίοδο που οι ημέρες του Μιλόσεβιτς στην εξουσία έδειχναν μετρημένες.
Ο Κοστουνίτσα δεχόταν έντονες πιέσεις από τα στελέχη του DSS να προσχωρήσει στον αντιπολιτευόμενο συνασπισμό, ωστόσο, όταν αυτός διαλύθηκε, η πολιτική του κατά κάποιο τρόπο δικαιώθηκε και η δημοτικότητά του άρχισε μια αργή, αλλά σταθερή άνοδο.
Ο δρόμος προς την εξουσία
Παρ όλα αυτά παρέμενε «μικρός παίκτης» στο πολιτικό σκηνικό της Σερβίας, γεγονός που άλλαξε κατά τη διάρκεια των ΝΑΤΟϊκών βομβαρδισμών την άνοιξη του 1999. Πριν και μετά την επέμβαση της Συμμαχίας στη Γιουγκοσλαβία, τόσο ο Ντράσκοβιτς όσο και ο Τζίντζιτς υπέπεσαν σε σοβαρά πολιτικά λάθη, με αποτέλεσμα να μειώσουν τις πιθανότητές τους για υπερίσχυση έναντι του καθεστώτος του Βελιγραδίου.
Ο Ντράσκοβιτς δέχτηκε «το φιλί του θανάτου» από τον Μιλόσεβιτς, καθώς συμφώνησε -κατά την περίοδο των βομβαρδισμών- να συμμετάσχει στο υπουργικό συμβούλιο της χώρας. Την περίοδο εκείνη ο Τζίντζιτς βρισκόταν στην εξοχική κατοικία του στο Μαυροβούνιο, εγκαταλείποντας το κόμμα και τους υποστηρικτές στη δυσκολότερη στιγμή της ζωής τους.
Ο Κοστουνίτσα, από την άλλη, έκανε αυτό που θα έκαναν οι περισσότεροι Σέρβοι: Έσφιξε την καρδιά του και περίμενε να τελειώσει η κρίση. Τους επόμενους μήνες η χαμηλή δημοτικότητά του άρχισε να παίρνει την ανιούσα, γεγονός που αποδίδεται όχι μόνο στους απογοητευμένους υποστηρικτές του Ντράσκοβιτς και του Τζίντζιτς, αλλά και στη σιωπηλή πλειοψηφία της Σερβίας.
Πρόκειται για τους πολίτες που δεν ήταν ένθερμοι υποστηρικτές του Μιλόσεβιτς, αλλά διατηρούσαν επιφυλακτική στάση έναντι της αντιπολίτευσης και ήταν έτοιμοι να ανεχτούν το καθεστώς του Μιλόσεβιτς, όσο θα μπορούσαν να έχουν μια ψευδαίσθηση «φυσιολογικής» ζωής.
Οι βόμβες του ΝΑΤΟ διέλυσαν αυτή την ψευδαίσθηση, που είχε καταφέρει να διατηρήσει ο Μιλόσεβιτς κατά τους πολέμους της Κροατίας και της Βοσνίας. Τότε ήταν που οι Σέρβοι ξαφνικά στράφηκαν στο πρόσωπο του Βόισλαβ Κοστουνίτσα, χαρίζοντάς του την υποστήριξή τους και ζητώντας του να θέσει τέλος στο καθεστώς του Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς.
Ο «Αυτόχειρας» του Νικολάι Έρντμαν σε σκηνοθεσία του Θανάση Θεολόγη κάνει πρεμιέρα στις 17 Απριλίου. Παραστάσεις κάθε Σάββατο και Κυριακή στο θέατρο Αλκμήνη.