Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει η σύγκριση του Βακχυλίδη με τον Πίνδαρο εκεί όπου και οι δύο ποιητές τυχαίνει να υμνούν την ίδια νίκη στις ωδές τους. Αυτό συμβαίνει, κατ’ αρχάς, με το παλαιότερο Επινίκιο που έχουμε από τον Βακχυλίδη, το οποίο χρονολογείται κατά πάσαν πιθανότητα από το 485 π.Χ. και αφορά τη νίκη του αιγινήτη Πυθέα, γιου του Λάμπωνα, στο παγκράτιο, στους αγώνες της Νεμέας.

Ο Πίνδαρος, που είχε στενές σχέσεις τόσο με τη συγκεκριμένη οικογένεια όσο και με ολόκληρη την κοινωνία της Αίγινας, ύμνησε την προαναφερθείσα νίκη στον 5ο Νεμεόνικο.

Οι δρόμοι των δύο μεγάλων δημιουργών διασταυρώθηκαν κατά κύριο λόγο στην αυλή του Ιέρωνα Α’, τυράννου των Συρακουσών, εάν μη τι άλλο από ποιητικής απόψεως, μια και δεν είμαστε απόλυτα βέβαιοι ότι και ο Βακχυλίδης —πέραν του Πινδάρου— έζησε στη Σικελία, έχοντας κερδίσει την εύνοια του σικελιώτη δεσπότη.

Όταν ο Ιέρωνας κατέκτησε τη νίκη στους αγώνες της Ολυμπίας με κέλητα (άλογο κούρσας), ο μεν Πίνδαρος ύμνησε το γεγονός στον 1ο Ολυμπιόνικο, ο δε Βακχυλίδης έστειλε μιαν ωδή από την Κέα.

Την εξύμνηση της πρώτης δελφικής νίκης του Ιέρωνα με άρμα, το 470 π.Χ., ανέλαβε κατ’ εντολήν του τυράννου και πάλι ο Πίνδαρος, ενώ ο Βακχυλίδης περιορίστηκε σε ένα μικρό χορικο-λυρικό συγχαρητήριο ποίημα.

Όμως, όταν ο Ιέρωνας αναδείχθηκε νικητής με το άρμα του στους αγώνες της Ολυμπίας, το 468 π.Χ., εκείνος που κλήθηκε να συνθέσει την πανηγυρική ωδή ήταν ο Βακχυλίδης, και όχι ο Πίνδαρος.

Βακχυλίδης, το αηδόνι της Κέας (Μέρος Α’)