Περί τα τέλη της δεκαετίας 480-470 π.Χ., στον κολοφώνα της δόξας του, και μέσα στο κλίμα αισιοδοξίας που είχε καλλιεργηθεί μετά τη νίκη επί των Περσών, ο Πίνδαρος ύμνησε το μεγαλείο της Αθήνας: «Ω ται λιπαραί και ιοστέφανοι και αοίδιμοι, Ελλάδος έρεισμα, κλειναί Αθάναι, δαιμόνιον πτολίεθρον».

Σύμφωνα με την αρχαία παράδοση, οι μεν Θηβαίοι τον τιμώρησαν με πρόστιμο χιλίων δραχμών γι’ αυτόν τον έπαινο της μισητής πόλης, οι δε Αθηναίοι τον αντάμειψαν με προξενίαν (προνομιακή φιλική σχέση μεταξύ της αθηναϊκής πολιτείας και ενός πολίτη άλλης πόλης) και ένα μεγάλο τιμητικό ποσό.

Στα κατοπινά χρόνια, οι νέες σχέσεις του Πινδάρου δεν έχουν τελειωμό. Ανάμεσα στους νικητές των αγώνων που ήθελαν να εξασφαλίσουν ένα μνημείο της επιτυχίας τους με το τραγούδι του συγκαταλέγονται Ρόδιοι, Κορίνθιοι, αλλά και ο Αρκεσίλαος Δ’, βασιλιάς της Κυρήνης, της ακμαίας ελληνικής πόλης της Λιβύης.

Ο τελευταίος είχε νικήσει με το άρμα του στους Δελφούς το 462 π.Χ., κι ο Πίνδαρος ύμνησε το γεγονός με δύο ωδές: η μια (5ος Πυθιόνικος) προοριζόταν για τον πανηγυρισμό της νίκης στην Κυρήνη, στη γιορτή του δωρικού Καρνείου Απόλλωνα, κι η άλλη (4ος Πυθιόνικος) τραγουδήθηκε στη γιορτή που έλαβε χώρα μέσα στο παλάτι.

Ένα ξεχωριστό κεφάλαιο αποτέλεσε η σταθερή φιλική σχέση του Πινδάρου με την Αίγινα. Ο ποιητής ύμνησε κατ’ επανάληψιν αιγινήτες νικητές, και οι τελευταίες λέξεις που ακούσαμε από αυτόν —8ος Πυθιόνικος, το 446 π.Χ.— αφορούσαν το αγαπημένο του νησί.

Πίνδαρος, ο ιεροπρεπής ποιητής του Ωραίου (Μέρος Α’)

Πίνδαρος, ο ιεροπρεπής ποιητής του Ωραίου (Μέρος Β’)

Πίνδαρος, ο ιεροπρεπής ποιητής του Ωραίου (Μέρος Γ’)

Πίνδαρος, ο ιεροπρεπής ποιητής του Ωραίου (Μέρος Δ’)