Γιατί να ψηφίσει κανείς στις επερχόμενες εκλογές; Το ερώτημα αυτό είναι το πιο κρίσιμο στην πραγματικότητα και αυτό που οι περισσότεροι από όσους ασχολούνται με τα δημόσια πράγματα στη χώρα αποφεύγουν να θέσουν.
Προφανώς και υπάρχουν διάφορες εύκολες απαντήσεις του τύπου «γιατί είναι το καθήκον που έχουμε ως πολίτες», «γιατί η πολιτική συμμετοχή είναι πιο σημαντική από την αποχή», ή «γιατί οι εκλογές είναι η μεγάλη γιορτή της δημοκρατίας».
Αντιλαμβανόμαστε ότι όλα αυτά ακούγονται τόσο συναρπαστικά όσο ομιλία γυμνασιάρχη σε σχολική γιορτή. Και έχουν περίπου τον ίδιο πραγματικό αντίκτυπο.
Να ψηφίσουμε για να «συνεχιστεί το έργο της κυβέρνησης του Κυριάκου Μητσοτάκη», θα απαντούσε μάλλον η κυβερνητική πλευρά, η οποία προς επίρρωση αυτού του επιχειρήματος θα παρέθετε το έργο της κυβέρνησης, όπως κάνει άλλωστε και ο ίδιος ο πρωθυπουργός κάθε Κυριακή στο καθιερωμένο ποστ του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Υποθέτω ότι αυτό ακούγεται πειστικό για τους ψηφοφόρους που ακόμη και σήμερα στηρίζουν την κυβέρνηση και οι οποίοι στις δημοσκοπήσεις συχνά συμπίπτουν με αυτή τη μειοψηφία της κοινωνίας που θεωρεί ότι «τα πράγματα πηγαίνουν προς τη σωστή κατεύθυνση».
Αλλά προφανώς δεν είναι πειστικό για όλους εκείνους που σήμερα ασφυκτιούν ανάμεσα στην έκρηξη της ακρίβειας, την οικονομική και κοινωνική ανασφάλεια, την πλατιά πλειοψηφική άποψη ότι τα πράγματα στη χώρα πηγαίνουν προς τη λάθος κατεύθυνση, την περιφρόνηση όχι απλώς του «κοινού περί δικαίου αισθήματος» αλλά ακόμη και της κοινής λογικής σε σχέση με τη διαρκή θεσμική παραβατικότητα αυτής της κυβέρνησης.
Να ψηφίσουμε «για να μην συνεχιστεί το έργο της κυβέρνησης Μητσοτάκη τότε», θα απαντούσε κάποιος. Όντως το επιχείρημα ότι με την ψήφο των πολιτών μπορεί να διακοπεί μια καταστροφική διακυβέρνηση ακούγεται πειστικό. Και έχουμε δει ιστορικές στιγμές όπου το βασικό κριτήριο των πολιτών ήταν αυτό ακριβώς. Μόνο που αυτό το αντανακλαστικό με τη σειρά του δεν μπορεί να εμπνεύσει. Γιατί πολύ απλά εκλογές κάνουμε για να εκλέξουμε αυτόν που θέλουμε να μας κυβερνήσει και όχι απλώς για να καταδικάσουμε αυτόν με τον οποίο είμαστε δυσαρεστημένοι. Οι εκλογές δεν είναι δικαστήριο, ακόμη και εάν κάποιες φορές όντως στο τέλος απαγγέλλονται και πολιτικές καταδίκες.
Να ψηφίσουμε «για να ακουστεί η απαίτηση της κοινωνίας για δικαιοσύνη». Η τοποθέτηση αυτή επίσης πατάει πάνω σε μια πραγματική ανάγκη αλλά και πάλι παραβλέπει την ίδια τη λειτουργία των εκλογών. Προφανώς και στις εκλογές η κοινωνία εκφράζει οργή, αγανάκτηση, αλλά και τις αξίες της. Όμως, οι εκλογές και πάλι δεν είναι απλώς «έκφραση γνώμης». Δεν είναι ένα πολιτικό και κοινωνικό βαρόμετρο, παρότι στις εκλογές βλέπει κανείς και αν τα πνεύματα είναι τεταμένα. Στις εκλογές διαλέγουμε κυβερνήτη.
Να ψηφίσουμε «για να υπάρξει μια συνεπής αντιπολίτευση σε όλες τις αντιλαϊκές πολιτικές». Η θέση αυτή πράγματι βασίζεται σε μια πραγματική λειτουργία των εκλογών. Δηλαδή, στο γεγονός ότι συχνά οι πολίτες διαλέγουν κόμματα που θα ασκήσουν συνεπή αντιπολίτευση και θα υπερασπιστούν συγκεκριμένα κοινωνικά συμφέροντα. Στην Ελλάδα ιστορικά αυτό έκαναν αποτελεσματικά τα κόμματα της Αριστεράς, τουλάχιστον μέχρι το 2012 όταν φάνηκε ότι μέσα σε περιόδους μεγάλων κοινωνικών και πολιτικών ανακατατάξεων μπορούσε και η αριστερά να αναδειχτεί σε δύναμη διακυβέρνησης. Και εδώ ακριβώς είναι το πρόβλημα. Ορθό να μπορούμε να επιλέγουμε και αντιπολίτευση, όμως οι περισσότεροι πολίτες κυρίως θέλουν να επιλέξουν ποιος θα τους κυβερνήσει.
Εάν μείνουμε σε αυτά τα επιχειρήματα τότε απλώς κινδυνεύουμε να δούμε την αποχή, την απάθεια, τη δυσπιστία να μεγαλώνουν. Γιατί πολύ απλά τα επιχειρήματα αυτά δεν μπορούν ούτε να κινητοποιήσουν ούτε να εμπνεύσουν την κοινωνία.
Γιατί αυτό που μπορεί να εμπνεύσει την κοινωνία, να την κάνει να σηκωθεί από τον καναπέ ή να σταματήσει απλώς να σκρολάρει δεν είναι απλώς λόγια που θα την συγκινήσουν. Είναι το να ακούσει μια πολιτική πρόταση που να φαντάζει ως η βαθιά αλλά και ταυτόχρονα εφικτή αλλαγή που έχει ανάγκη η χώρα και να δει πρόσωπα που θα προσφέρουν εχέγγυα ότι θα μπορέσουν να διαχειριστούν αυτή την ευθύνη.
Ναι, αλλά τι σημαίνει πρόταση που να εμπνεύσει; Σημαίνει μια πρόταση στην οποία να μπορεί μεγάλο μέρος των πολιτών να δουν τον εαυτό τους και να τον δουν σε μια καλύτερη κατάσταση. Και στη χώρα μας αυτό σημαίνει συγκεκριμένα πράγματα σήμερα: να δουν να μπαίνει φραγμός στην ακρίβεια και τα εισοδήματα να επαρκούν για μια αξιοπρεπή ζωή. Να δουν να διαμορφώνονται δουλειές που να ανταποκρίνονται στα προσόντα ενός εργατικού δυναμικού που και μορφωμένο είναι και δεξιότητες έχει, αντί να ωθούμε ανθρώπους με προσόντα να κάνουν άσχετες και πιο κακοπληρωμένες δουλειές. Να δουν η δημόσια παιδεία να ξεπερνά τη σημερινή κρίση της και να είναι πραγματικά δωρεάν και να δουν το σύστημα υγείας να μπορεί να ανταποκριθεί πραγματικά στις υγειονομικές ανάγκες της χώρας. Να δουν ένα αναπτυξιακό μοντέλο που να φέρνει επενδύσεις πραγματικές και όχι μόνο αγοραπωλησίες ακινήτων. Να δουν τους ευρωπαϊκούς πόρους να αξιοποιούνται και όχι μόνο να διασπαθίζονται. Να δουν τους «έχοντες» να συνεισφέρουν για το καλό της κοινωνίας. Να δουν μια εξωτερική πολιτική που να κάνει τη χώρα πιο ασφαλή και λιγότερο εκτεθειμένη στις επιπτώσεις από τις μεγάλες γεωπολιτικές ανακατατάξεις. Και, βεβαίως, να δουν θεσμούς που θα ανταποκρίνονται στον ρόλο και την ευθύνη τους και δεν θα είναι υποχείρια της κυβερνητικής εξουσίας.
Εμπνέει μόνο ένας «κατάλογος από κυβερνητικά μέτρα»; Όχι, παρότι είναι λάθος να πιστεύουμε ότι οι πολίτες δεν ενδιαφέρονται για συγκεκριμένες προτάσεις. Κάθε άλλο, ακριβώς επειδή η ζωή των περισσότερων ανθρώπων είναι μια διαρκής διαπραγμάτευση και ένας διαρκής υπολογισμός για να τα «βγάλουν πέρα» μια χαρά μπορούν να αντιληφθούν την επίπτωση συγκεκριμένων μέτρων και προτάσεων. Όμως, αυτό δεν αρκεί. Χρειάζεται να αντιληφθούν ότι υπάρχει και ένα ήθος αλλά και μια μεθοδολογία διακυβέρνησης που θα εγγυάται ότι μέρος των υποσχέσεων θα υλοποιηθεί. Και αυτό είναι το ζήτημα των προσώπων. Δεν είναι τι «εικόνα» αποπνέουν, η πολιτική δεν είναι κάστινγκ, ούτε καλλιστεία, αλλά το εάν έχουν πραγματική ικανότητα να διαχειριστούν πολιτικές και να ασκήσουν διοίκηση.
Όλα αυτά προϋποθέτουν από την άλλη μεριά να έρθουμε στη θέση των ανθρώπων στους οποίους απευθύνονται οι προτάσεις. Να κατανοήσουμε τη θέση των μισθωτών που δεν είναι απλώς ότι παίρνουν μισθούς Βουλγαρίας ως προς την αγοραστική δύναμη, αλλά και ότι σε μεγάλο ποσοστό βλέπουν τα προσόντα και τις γνώσεις τους να μην αξιοποιούνται, αισθάνονται ότι δεν έχουν προοπτική και δεν βλέπουν μέλλον. Να κατανοήσουμε την αγωνία των αγροτών και των κτηνοτρόφων, όταν ακόμη και εκεί που με μεγάλο κόπο έχουν καταφέρει να στήσουν σύγχρονες μορφές παραγωγής βλέπουν να τίθενται σε κίνδυνο οι αγροτικές επιδοτήσεις, επειδή αυτή η κυβέρνηση αποφάσισε να τις κάνει προεκλογικό όπλο, ή παρακολουθούν με απελπισία την αποτυχία της κυβέρνησης στην αντιμετώπιση των ζωονόσων. Να έρθουμε στη θέση των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων που αντί για σαφείς κανόνες του παιχνιδιού και πραγματική στήριξη βλέπουν να φτιάχνονται «επιχειρηματικά οικοσυστήματα» με μόνο κριτήριο την εξυπηρέτηση του κυβερνώντος κόμματος. Να κατανοήσουμε γιατί είναι έτοιμοι να τα παρατήσουν συχνά άνθρωποι στο δημόσιο, γιατί δεν αντέχουν άλλο να «τρέχουν και να μην φτάνουν» για να καλύψουν τα κενά που δημιουργεί μια κυβέρνηση που αντιμετωπίζει κρίσιμους τομείς ως απλό έξοδο. Να έρθουμε στη θέση μιας νέας ή ενός νέου που συνειδητοποιεί ότι πραγματικό μέλλον σε αυτή τη χώρα δεν έχει.
Και ο λόγος που πρέπει να έρθουμε από τη μεριά αυτών των ανθρώπων δεν είναι γιατί πρέπει τα κόμματα να κάνουν «έρευνα αγοράς» και να γνωρίζουν «τι θέλει ο λαός» και άρα να προσαρμόσουν τις προτάσεις τους. Σε τελική ανάλυση η πολιτική δεν είναι συναλλαγή.
Ο λόγος είναι ότι καμιά πολιτική, ιδίως όταν μιλάμε για προοδευτικές και δημοκρατικές αλλαγές, δεν μπορεί να υλοποιηθεί απλώς «από τα πάνω». Το κλειδί είναι εάν μπορεί να κινητοποιήσει και «από τα κάτω», να μπορεί να εμπνεύσει ανθρώπους όχι μόνο να ψηφίσουν αλλά και να «βάλουν πλάτη» να κινητοποιηθούν και να βοηθήσουν να αλλάξουν τα πράγματα. Να στηρίξουν ενεργητικά ένα διαφορετικό αφήγημα για τη χώρα και όχι απλώς να ψηφίσουν. Γιατί αυτοί οι άνθρωποι όχι μόνο θα συμβάλουν στην εκλογική μάχη, θα πείσουν συναδέλφους, συγγενείς και γείτονες, αλλά και εάν υπάρξει η εκλογική μάχη θα στηρίξουν τις αναγκαίες αλλαγές στους χώρους τους και θα εργαστούν για μια άλλη πορεία.
Η χώρα δεν έχει ανάγκη απλώς μια πολιτική αλλαγή. Έχει ανάγκη μια νέα ιστορική δυναμική. Και αυτή δεν αφορά απλώς τη διακυβέρνηση, αφορά και την κοινωνία. Με αποτέλεσμα ο δρόμος για τη νέα διακυβέρνηση να περνάει μέσα από την εκ νέου ενεργοποίηση της κοινωνίας και την έμπνευσή της από ένα πρόγραμμα που να βγαίνει από τις δικές της ανάγκες, αγωνίες και προτάσεις.
Κοντολογίς, οι άνθρωποι δεν θέλουν κάποιος να τους υποδείξει τι να ψηφίσουν «για το καλό τους». Θέλουν κάποια ή κάποιον που θα τους πει «πάμε μαζί για να αλλάξουμε τα πράγματα, για τη χώρα μα και για τον κάθε πολίτη». Και να το εννοεί…