Η απιστία είναι ένα από τα πιο επώδυνα ρήγματα σε μια σχέση. Κι όμως, όσο συχνά τη συναντάμε γύρω μας, άλλο τόσο συχνά βλέπουμε ζευγάρια να παραμένουν δεμένα για δεκαετίες. Πώς συνυπάρχουν αυτές οι δύο πραγματικότητες; Είμαστε φτιαγμένοι για δέσμευση ή για περιπέτεια;

Σε άρθρο της στον Guardian, η δρ Τζάστιν Γκαρσία, εκτελεστική διευθύντρια του Kinsey Institute και συγγραφέας του βιβλίου The Intimate Animal: The Science of Love, Fidelity and Connection, επιχειρεί να απαντήσει μέσα από το πρίσμα της εξελικτικής βιολογίας.

Δύο αντίθετες ορμές στο ίδιο σώμα

Σύμφωνα με τη Γκαρσία, ο άνθρωπος κουβαλά δύο ισχυρές – και ενίοτε αντικρουόμενες – εξελικτικές τάσεις. Από τη μία, την ανάγκη για σταθερό, ασφαλή δεσμό: τον «συνεπιβάτη» της ζωής μας, εκείνον με τον οποίο μπορούμε να αντέξουμε τις δυσκολίες και να μεγαλώσουμε απογόνους. Από την άλλη, μια εξίσου βαθιά ριζωμένη επιθυμία για σεξουαλική ποικιλία και καινούρια ερεθίσματα.

Η δημιουργία ζευγαριών (pair-bonds) αποτέλεσε, εξελικτικά, στρατηγική επιβίωσης. Η κοινή φροντίδα των παιδιών και η αμοιβαία προστασία αύξαναν τις πιθανότητες επιβίωσης. Δεν είναι τυχαίο ότι και σε άλλα είδη παρατηρείται η λεγόμενη «προστασία συντρόφου» (mate guarding), μια έντονη αντίδραση σε κάθε πιθανό ανταγωνιστή.

Ωστόσο, η ανάγκη για καινούριο δεν εξαφανίστηκε. Αντίθετα, παρέμεινε ενεργή μέσα μας.

Το γονίδιο της αναζήτησης έντασης

Η ίδια και οι συνεργάτες της, σε έρευνα που δημοσιεύθηκε το 2010, εντόπισαν μια αξιοσημείωτη συσχέτιση ανάμεσα στη γενετική και τη συμπεριφορά. Συγκεκριμένα, εξέτασαν μια παραλλαγή του γονιδίου του υποδοχέα ντοπαμίνης D4, η οποία επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο ο εγκέφαλος ανταποκρίνεται στα ερεθίσματα ανταμοιβής. Όσοι φέρουν τη λεγόμενη «μακρά» εκδοχή του γονιδίου φαίνεται να έχουν ισχυρότερη τάση προς την αναζήτηση έντονων εμπειριών.

Η ντοπαμίνη είναι νευροδιαβιβαστής που συνδέεται με το αίσθημα προσμονής, διέγερσης και ανταμοιβής. Δεν αφορά μόνο την απόλαυση, αλλά κυρίως την επιθυμία για κάτι νέο και συναρπαστικό. Άτομα με αυτή τη γενετική παραλλαγή φαίνεται να χρειάζονται πιο έντονα ή καινούρια ερεθίσματα για να βιώσουν το ίδιο επίπεδο διέγερσης. Αυτό μπορεί να εκφραστεί με ριψοκίνδυνες συμπεριφορές, όπως ο τζόγος ή η υπερκατανάλωση αλκοόλ — αλλά και με αυξημένη πιθανότητα εξωσχεσιακής εμπλοκής.

Στη μελέτη της ομάδας της, όσοι έφεραν τη «μακρά» εκδοχή του D4 δήλωσαν σε σημαντικά υψηλότερο ποσοστό ότι είχαν εμπλακεί σε απιστία, και μάλιστα συχνότερα από μία φορά. Η διαφορά δεν ήταν απόλυτη, αλλά στατιστικά σημαντική.

Ωστόσο, η Γκαρσία είναι προσεκτική στις διατυπώσεις της. Δεν μιλά για «γονίδιο της απιστίας», ούτε για βιολογική αναπόφευκτη μοίρα. Η γενετική, επισημαίνει, λειτουργεί ως προδιάθεση — όχι ως καταδίκη. Το περιβάλλον, οι προσωπικές αξίες, η ποιότητα της σχέσης, οι κοινωνικές νόρμες και οι ατομικές επιλογές διαδραματίζουν εξίσου καθοριστικό ρόλο.

Με άλλα λόγια, το γονίδιο μπορεί να αυξάνει την ευαισθησία στη σεξουαλική ποικιλία, αλλά δεν αφαιρεί την ικανότητα για αυτορρύθμιση, δέσμευση ή ηθική ευθύνη. Και ακριβώς εκεί βρίσκεται η πολυπλοκότητα της ανθρώπινης συμπεριφοράς: στη διαρκή αλληλεπίδραση ανάμεσα στη βιολογία και την επιλογή.

Δεν είμαστε προγραμματισμένοι για προδοσία

Το κρίσιμο σημείο της ανάλυσης της δρος Τζάστιν Γκαρσία δεν είναι ότι «είμαστε φτιαγμένοι να απατάμε». Αντίθετα, υποστηρίζει ότι είμαστε φτιαγμένοι να αναζητούμε το καινούριο. Το πώς θα εκφραστεί αυτή η ανάγκη εξαρτάται από το κοινωνικό πλαίσιο, τις αξίες, τα όρια και – κυρίως – από τη συναίνεση.

Η απιστία όμως δεν είναι απλώς μια βιολογική εκτροπή ή μια «παράλληλη στρατηγική». Είναι μια πράξη μη συναινετική, που διαρρηγνύει τον ψυχολογικό πυρήνα της σχέσης: την εμπιστοσύνη. Και όταν διαρρηγνύεται η εμπιστοσύνη, οι συνέπειες δεν είναι αφηρημένες· είναι βαθιά ψυχικές.

Για τον άνθρωπο που προδίδεται, η απιστία συχνά βιώνεται ως τραυματικό γεγονός. Μπορεί να προκαλέσει έντονο άγχος, διαταραχές ύπνου, εμμονικές σκέψεις, πτώση αυτοεκτίμησης, ακόμη και συμπτώματα που θυμίζουν μετατραυματικό στρες. Δεν καταρρέει μόνο η εικόνα του συντρόφου· καταρρέει και η αίσθηση σταθερότητας του κόσμου. Το «μπορώ να σε εμπιστευτώ» μετατρέπεται σε «μήπως όλα ήταν ψέμα;» –  και μήπως «δεν υπάρχει τίποτα το αληθινό» ούτως ή άλλως ποτέ;

Από εξελικτική σκοπιά, αυτό δεν είναι τυχαίο. Ο σταθερός δεσμός λειτουργεί ως μηχανισμός ασφάλειας. Είναι το πρόσωπο στο οποίο επενδύουμε συναισθηματικά, πρακτικά, υπαρξιακά. Όταν αυτή η βάση κλονίζεται, ενεργοποιούνται μηχανισμοί φόβου και εγκατάλειψης που είναι βαθιά χαραγμένοι στον ψυχισμό μας.

Γι’ αυτό και η Γκαρσία επιμένει: το ζητούμενο δεν είναι να «νομιμοποιήσουμε» την απιστία στο όνομα της φύσης. Είναι να αναγνωρίσουμε ότι η ανάγκη για ποικιλία υπάρχει, χωρίς να αγνοούμε το κόστος που έχει όταν εκφράζεται μυστικά και μονομερώς.

Αν μια σχέση πρόκειται να επαναπροσδιοριστεί – μέσω ειλικρινούς διαλόγου, πειραματισμού ή ακόμη και ανοιχτών μορφών δέσμευσης – αυτό μπορεί να γίνει μόνο στη βάση της ρητής συναίνεσης και της αμοιβαίας προστασίας της ψυχικής ακεραιότητας. Διαφορετικά, η «αναζήτηση του καινούριου» μετατρέπεται σε διάβρωση του δεσμού.

Η μακροχρόνια ερωτική ικανοποίηση, όπως δείχνει η έρευνά της, δεν αφορά απλώς την ποικιλία των εμπειριών. Αφορά τη βούληση των δύο ανθρώπων να εξελίσσονται μαζί, χωρίς να θυσιάζουν το αίσθημα ασφάλειας του ενός για την περιέργεια του άλλου.

Ίσως λοιπόν το πραγματικό δίλημμα να μην είναι αν θα επιλέξουμε πίστη ή περιπέτεια. Αλλά αν θα επιλέξουμε τη διαφάνεια αντί για το μυστικό – και την ευθύνη απέναντι στην ψυχική υγεία του άλλου αντί για τη στιγμιαία ικανοποίηση.