Για τον Σεφέρη —της Ελλάδας αλλά και του κόσμου ολόκληρου — ο λόγος και του Γ. Π. Σαββίδη, του κορυφαίου μελετητή του.
Ο Γ. Π. Σαββίδης
Στο πλαίσιο ομιλίας που είχε εκφωνήσει στο Ηράκλειο Κρήτης, κατά τα εγκαίνια της Βιβλιοθήκης Γιώργου και Μαρώς Σεφέρη (τμήματος της Βικελαίας Δημοτικής Βιβλιοθήκης), το Μάιο του 1987, ο Σαββίδης είχε πει τα ακόλουθα για το νομπελίστα ποιητή και τη σχέση του με το βιβλίο:
[…]
Στο άνετο σπίτι της οδού Άγρας —όπου τον επισκεπτόμουν από τον Αύγουστο του 1962, τακτικά, έως τον χειμώνα του ’67, και κατόπιν, διαλειπτικά, μέχρι τον Ιούλιο του ’71 — τα βιβλία εκάλυπταν, από το πάτωμα ίσαμε το ταβάνι, όλον τον τοίχο πίσω από το έπιπλο του γραφείου του· σχεδόν ολόκληρο τον έναν τοίχο της μεγάλης σαλοτραπεζαρίας, δεξιά – ζερβά στο τζάκι· τη μία πλευρά του στενόμακρου διαδρόμου που οδηγούσε στις ιδιωτικές κάμαρες· μικρό μέρος του ατομικού του απομονωτηρίου και ευκαιριακού ξενώνα· και σχεδόν εξ ολοκλήρου δύο βοηθητικούς χώρους, ένας από τους οποίους ήταν ισόγειος και αρχικά χρησίμευε για γκαράζ.
Κανένα έπιπλο για βιβλία στην είσοδο, ούτε στην κουζίνα, ούτε (νομίζω) στο λουτρό και στο υπνοδωμάτιο του ζεύγους — και, συμπαθάτε με να προσθέσω, ούτε στο αποχωρητήριο των επισκεπτών, στο οποίο, μετά το 1971, προστέθηκαν λίγα κρεμαστά ράφια με περισπούδαστα έντυπα. Οι κυρίως βιβλιοθήκες ήσαν από καλό ξύλο, λουστραρισμένο, όλες τους ανοιχτές, αεράτες, και πάντοτε άψογα ξεσκονισμένες. Γενικώς, ελάχιστη ακαταστασία σε ένα νοικοκυριό που ολοφάνερα τιμούσε και αγαπούσε τα βιβλία, χωρίς να τα έχει μετατρέψει σε μουσειακά αντικείμενα ή σε πρόσχημα επίδειξης είτε εκφοβισμού. Γι’ αυτό και οι χαρτόδετοι και πανόδετοι τόμοι επερίσσευαν από τους δερματόδετους.
Πιστεύω πως ο Σεφέρης θα το έπαιρνε για προσβολή, αν τον έλεγε κανείς βιβλιόφιλο — κάπως σαν τον καλό τσοπάνο που θα άκουγε να τον λένε ζωόφιλο. Τι ιδέα είχε για κάποιους αυτόκλητους βιβλιόφιλους συλλέκτες φαίνεται από την εξής περικοπή του Ημερολογίου του, γραμμένη στις 14 Μαρτίου 1941 στην Αθήνα:
Πήγα τ’ απόγεμα, για λίγο, στο σπίτι ενός που επέμενε να ιδώ τα βιβλία του. Και δυο άλλοι εκεί. Συλλέκτης, που ξέρει από τη ζωή των βιβλίων λιγότερα απ’ ό,τι ξέρει ένας συλλέκτης γραμματοσήμων για τις χώρες που τα βγάλανε. Ο οικοδεσπότης έχει γνωρίσει τον Καβάφη και μου δείχνει ένα χειρόγραφο τετράδιό του. Προσπαθώ ν’ ανοίξω μια κουβέντα, έτσι για να πω κάτι. Απαντήσεις απελπιστικές. Ο καημένος ο γέρος, φίλους που τους είχε. Καθώς μιλούσαμε, ένας από τους επισκέπτες: «Μα, πέστε μου, τέλος πάντων, τι είναι αυτός ο Καβάφης; Νέος; Γέρος; Τι έγραψε;» Όρεξη να κάνεις μια βουτιά από το παράθυρο.
Ναι, ο Σεφέρης ήξερε από τη ζωή των βιβλίων, διότι τα αγαπούσε, και συνεπώς εκτιμούσε τη μαστορική του τυπογράφου όσο και εκείνην του γραφιά. Γουστάριζε το καλό χαρτί — αυτό που το χαϊδεύεις με το μάτι όσο και με το χέρι, και που ασφαλίζει την υλική επιβίωση ενός κειμένου. Είχε μάθει όλα τα μικρά μυστικά της παραδοσιακής τυπογραφίας, με την ίδια στοργική προσοχή που έδειχνε για τα κάθε λογής σύνεργα του γραψίματος με το χέρι.
Όλα αυτά, για εκείνον, συναποτελούσαν την ίδια τέχνη, της οποίας προορισμός, κατά την αντίληψή του, ήταν η γραπτή επικοινωνία και η ανθρωπιστική αλληλεγγύη.
[…]
Συνοψίζοντας, θαρρώ πως μπορούμε να πούμε και τούτο: ο Σεφέρης, αν γεννήθηκε ποιητής, γεννήθηκε λόγιος ποιητής. Γιος του πανεπιστημιακού καθηγητή και ακαδημαϊκού Στέλιου Σεφεριάδη (τον οποίον, ως ελάσσονα ποιητή, εκτιμούσαν και ο Παλαμάς και ο Καβάφης), και πρωτότοκο παιδί της Δέσπως Τενεκίδη (της οποίας το προσωπικό αντίτυπο των Ποιημάτων του Βαλαωρίτη, ο Σεφέρης, στα 1970, μου το έδειξε ως κειμήλιο). Με τέτοιες γονικές ρίζες θα μπορούσε δικαιωματικά να πει, μαζί με τον Μπωντλαίρ, και σύμφωνα με τη φαντασίωση του Καρυωτάκη: «Η κούνια μου ακουμπούσε στη βιβλιοθήκη».
Λόγιος ποιητής, λοιπόν, και ο Σεφέρης — από κούνια. Λογιότατος, αλλά ποτέ σοφολογιότατος. Λόγιος, όπως δα και όλοι μας οι μεγάλοι ποιητές, αρχίζοντας από τον Χορτάτση και τον Κορνάρο, κι από κει τι Δαπόντες, τι Βηλαράς και Χριστόπουλος, τι Κάλβος και τι Σολωμός, τι Ραγκαβής και Βαλαωρίτης, τι Παλαμάς και τι Καβάφης, τι Γρυπάρης και Καζαντζάκης, τι Βάρναλης και τι Σικελιανός, τι Καρυωτάκης και τι Παπατσώνης, τι Εμπειρίκος και τι Εγγονόπουλος, τι Σαραντάρης και Σινόπουλος — για να μνημονεύσουμε μονάχα μερικούς αποθαμένους.
[…]
Εκείνο που όντως θα ήταν χρήσιμο να ξέρουμε —αν δεν ήταν τόσο ανέφικτο—, θα ήταν το πώς, το πότε και το γιατί εδιάβασε το κάθε βιβλίο, και ακόμα το ποια βιβλία ξαναδιάβαζε. Πάνω σε τούτο το θέμα έχουμε μια συνοπτική, εμπειρική περιγραφή του, της «στάσης του αναγνώστη», όπως την είπε στα 64 του χρόνια:
Πρώτα-πρώτα, είναι ολομόναχος αντίκρυ στο ανοιχτό βιβλίο. Έχει μπροστά του μια σελίδα και την κοιτάζει σιωπηλά· μπορεί να την γυρίσει προς τα πίσω ή προς τα εμπρός· έχει την δυνατότητα να ξαναδεί τα όσα έχει κιόλα διαβάσει ή να κοιτάξει το τέλος του βιβλίου πριν από την αρχή. Μπορεί ακόμα να σταματήσει σε μια λέξη, να κοντοσταθεί σε μια φράση που δεν την έπιασε καλά με την πρώτη ματιά.
Αν δούμε έναν αναγνώστη τριγυρισμένο από μια βιβλιοθήκη —και κάθε αναγνώστης περιβάλλεται από μια βιβλιοθήκη, πραγματική είτε ιδεατή—, μπορούμε εύκολα να φανταστούμε πως όλα αυτά τα βιβλία που έχει διαβάσει, συντελούν στην ανάγνωσή του· πως το σύνολο των γνώσεων που ολοένα συσσωρεύονται, προσφέρει στην πνευματική ακοή του έναν μεγάλο χώρο από αρμονικές.
Τα βιβλία είναι πράγματα της φύσης μας· είναι εμείς, όσοι και αν είμαστε· είναι μια ανθρώπινη φύση, που μας προεκτείνει προς τις ρίζες μας, με την πείρα και την σοφία των περασμένων γενεών· και που, με τα οράματά μας, την προεκτείνουμε προς το μέλλον. Αν βλέπουμε τα βιβλία να έχουν ρυτίδες, ας μη βιαζόμαστε: Ίσως οι ρυτίδες αυτές να είναι οι δικές μας. Αν μας ενθουσιάζουν, ας χαρούμε που η ψυχή μας είναι το σκεύος αυτού του ενθουσιασμού.
Θα έλεγα πως τα βιβλία είναι σαν τα αναρίθμητα κλειδιά ενός μεγάλου οργάνου εκκλησιάς, οργανοπαίκτες του οποίου είμαστε εμείς. Εξαρτώνται από την δική μας ιδιοφυΐα, από την δική μας τόλμη. Αν είναι έτσι, αν πιστεύουμε στον άνθρωπο, αν πιστεύουμε στην ανθρωπότητα, με την ίδια αυτή πράξη πίστης θα πιστέψουμε και στην σημασία του βιβλίου. Γιατί στον κόσμο μας, που προχωρεί ψηλαφητά, όλα εξαρτώνται από μια πράξη πίστης.
Η Γυναίκα της Ζάκυθος και άλλες αιώνιες μνήμες είναι ένα ποιητικό έργο που ο Σολωμός δεν τελείωσε ποτέ - όπως δεν τελείωσε ποτέ τα περισσότερα έργα του.
Η ταινία, που ολοκληρώθηκε πρόσφατα έπειτα από τρία χρόνια παραγωγής φέρνει και πάλι στο προσκήνιο το πιο κρίσιμο ζήτημα του καιρού μας: την κλιματική κρίση. Το Mankind’s Folly έρχεται στον κινηματογράφο Δαναό για δύο μόνο προβολές το Σάββατο 17 & την Κυριακή 18 Ιανουαρίου.
Σύνταξη
WIDGET ΡΟΗΣ ΕΙΔΗΣΕΩΝΗ ροή ειδήσεων του in.gr στο site σας