Κατάφερε λοιπόν το καμάρι μας, ο homo sapiens, επιστρατεύοντας την αιχμή της τεχνολογίας, να επιστρέψει επικοινωνιακά στην εποχή των προφορικών και ανεξέλεγκτων κουτσομπολιών, στον πολιτισμό του «κάπου πήγα, κάποιον είδα, κάτι μου είπε να σου πω»;

Ενας ογδοντάχρονος με ανυπέρβλητα πλέον προβλήματα στυτικής δυσλειτουργίας επισκέπτεται τον ψυχοθεραπευτή του. «Δεν αντέχω άλλο, γιατρέ», του δηλώνει με φανερή απόγνωση. «Προχθές, στο καφενείο, ένας συνομήλικός μου είπε ότι κάνει έρωτα δύο φορές την εβδομάδα. Ενας άλλος, τρία χρόνια μεγαλύτερος, τέσσερις φορές το δεκαήμερο. Ενας τρίτος, ογδονταπεντάχρονος, μέρα παρά μέρα. Εγώ δεν κάνω ούτε μια φορά τον χρόνο. Υπάρχει κάτι να μου δώσεις – ένα φάρμακο, ξέρω ‘γώ, μια συνταγή;». «Πώς, πώς, υπάρχει…», αποκρίνεται ο ψυχοθεραπευτής και γράφει κάτι βιαστικά σ’ ένα χαρτί. Ο ογδοντάχρονος κάνει να τον πληρώσει, αλλά ο ψυχοθεραπευτής δεν δέχεται αμοιβή. Ανίκανος να συνέλθει ακόμη από την καλή του τύχη, ο ογδοντάχρονος επιστρέφει στο σπίτι του, φοράει τα πρεσβυωπικά του γυαλιά, ξεδιπλώνει το χαρτί και διαβάζει: «Πες τους τα κι εσύ».

Τόσο ανεξάρτητες έρευνες σε όλον τον κόσμο όσο και η διασταύρωση των πορισμάτων τους έχουν οδηγήσει στο ασφαλές συμπέρασμα ότι η πλειονότητα από τις πληροφορίες που διακινούνται καθημερινά στο Διαδίκτυο είναι «σκουπίδια». Και όταν μιλάμε για «σκουπίδια», δεν αναφερόμαστε σε κρίσεις ή σχόλια, αλλά σε πρωτογενείς πληροφορίες: όχι αν η Δείνα και ο Τάδε είναι έξυπνοι ή χαζοί, αγαθοί ή μοχθηροί, αλλά εάν είναι κοντοί ή ψηλοί, αδύνατοι ή υπέρβαροι – μεγέθη, εν ολίγοις, αντικειμενικά και μετρήσιμα, ορατά διά γυμνού οφθαλμού. Αυτά τα «σκουπίδια» έχουν και μια επιπλέον ιδιομορφία: δεν μεταφέρονται από τα απορριμματοφόρα σε μια υπαίθρια χαβούζα ή σ’ έναν χώρο καύσης, αλλά μετακινούνται από διαδικτυακό κάδο σε διαδικτυακό κάδο και ανακυκλώνονται από τους χρήστες του Διαδικτύου ακατάπαυστα και απεριόριστα. Ετσι, με το πέρασμα του χρόνου, διαμορφώνουν μια νέα «πραγματικότητα», ένα παράλληλο σύμπαν όπου όσοι βρίσκονται μεταξύ ογδόντα και θανάτου κάνουν έρωτα από δύο έως είκοσι δύο φορές την εβδομάδα και όσοι συνομήλικοί τους δεν καλύπτουν αντίστοιχη «νόρμα», καλύτερα να πάνε να κλειστούν οικειοθελώς σε καμιά σεξουαλική Σπιναλόγκα.

Κατάφερε λοιπόν το καμάρι μας, ο homo sapiens, επιστρατεύοντας την αιχμή της τεχνολογίας, να επιστρέψει επικοινωνιακά στην εποχή των προφορικών και ανεξέλεγκτων κουτσομπολιών, στον πολιτισμό του «κάπου πήγα, κάποιον είδα, κάτι μου είπε να σου πω»; Αναρωτιέται κανείς εύλογα: μπορεί αυτή η φάρσα να μην έχει ημερομηνία λήξεως; Είναι δυνατόν να απολογούμαστε για το υπόλοιπο της ζωής μας – και στη ζωή των παιδιών μας και στη ζωή των παιδιών των παιδιών μας – για τις απίθανες ανοησίες που κάποιος κάπου κάποτε σκαρφίστηκε και κατόρθωσε, δίχως καθόλου ο ίδιος να κοπιάσει, να διαδώσει παντού μέσω της διαδικτυακής «σκουληκότρυπας»; Δυστυχώς, η απάντηση δεν είναι ούτε τόσο προφανής ούτε τόσο ευχάριστη όσο θα θέλαμε να ακούσουμε. Δεν έχουμε να κάνουμε με μια απλή επιμόλυνση του Διαδικτύου, ας πούμε, με μια επικοινωνιακή δερματοπάθεια.

Το Διαδίκτυο έχει εισχωρήσει εις βάθος – πιο βαθιά πεθαίνεις! – σε κάθε τομέα του οικονομικού, του πολιτικού και του πολιτιστικού μας βίου, έχει κατσικωθεί στην καθημερινότητά μας με τρόπους αδιανόητα αλληλένδετους και συμπληρωματικούς για οιαδήποτε άλλη περίοδο της Ιστορίας· ένα πιθανό blackout του Διαδικτύου – αυτό που οι ειδικοί των επικοινωνιών βαφτίζουν «Αποκάλυψη» ή «Ημέρα της Κρίσεως» – θα βυθίσει την οικουμένη σε μια πρωτόγνωρη μαζική κατάθλιψη και οικονομική εξαθλίωση. Αξίζει να το υπενθυμίσουμε σε όσους ευελπιστούν ή/και εθελοτυφλούν πως αυτό το πάρτι της ανευθυνότητας και της σαχλαμάρας, η ανεπεξέργαστη αναμετάδοση κάθε φήμης και κάθε διαβολής, η οικοδόμηση μιας καινούργιας «στρεβλής αλήθειας» πάνω σε φήμες και διαβολές, θα λήξει κάποτε με ένα απλό hangover και μερικά άπλυτα πιάτα στον νεροχύτη. Κούνια που τους κούναγε.

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr