Τέτοιες μέρες πριν από τριάντα χρόνια διαλύθηκε η Σοβιετική Ενωση. Στις 26 Δεκεμβρίου 1991. Μέρες αργίας Χριστουγέννων, δεν θυμάμαι καν αν ήταν πρώτη είδηση στις εφημερίδες.

Αλλά έτσι κατέρρευσε ο τελευταίος και πιο μακρόβιος ολοκληρωτισμός του 20ού αιώνα. «Οχι με μια έκρηξη αλλά με έναν ψίθυρο» θα έλεγε ο Ελιοτ.

Ενα (υποτιθέμενο) «λαϊκό καθεστώς» εξέπνευσε χωρίς να πέσει ούτε μία τουφεκιά, χωρίς να γίνει ούτε μία διαδήλωση, χωρίς καμία λαϊκή αντίδραση, χωρίς κανείς να προσπαθήσει να το σώσει ή να το στηρίξει.

Βούλιαξε στη γενική απαξία.

Και κατέρρευσε αφού ήδη την προηγούμενη διετία είχε αποσυντεθεί ο βάρβαρος κόσμος του «υπαρκτού σοσιαλισμού» στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη. Το Σιδηρούν Παραπέτασμα του Τσόρτσιλ.

Ετσι όταν η Σοβιετική Ενωση ακολούθησε τη μοίρα της αυτοκρατορίας της σχεδόν κανείς δεν πανηγύρισε, ούτε αποδοκίμασε. Θεωρήθηκε σχεδόν προεξοφλημένο.

Η ολοκλήρωση της ήττας του ολοκληρωτισμού (αν μου επιτραπεί το λογοπαίγνιο…) συντελέστηκε μέσα στον αιώνα που τον γέννησε.

Είχαν προηγηθεί η καταστροφή του φασισμού και του ναζισμού με τον πόλεμο. Κι ακολούθησαν μεταπολεμικά η κατάρρευση του φρανκισμού στην Ισπανία, του μακρόχρονου δικτατορικού καθεστώτος στην Πορτογαλία και φυσικά της χούντας των συνταγματαρχών στην Ελλάδα.

Οτι η Σοβιετική Ενωση και ο «υπαρκτός σοσιαλισμός» υπήρξαν ένας εφιάλτης για όσους τα έζησαν δεν υπάρχει σήμερα κανείς να το αμφισβητεί.

Είναι χαρακτηριστικό ότι τριάντα χρόνια μετά την πτώση τους δεν έχω εντοπίσει ούτε ένα αξιόλογο βιβλίο ή μελέτη ή έρευνα που να προσφέρει έναν ευμενή απολογισμό ή έστω μια οξυδερκή απολογία. Ούτε ένα!

Μόνο κάτι ξεκομμένοι απόστρατοι κομμουνιστές επιμένουν από καιρού εις καιρόν να ανασύρουν νοσταλγικά ένα καθεστώς το οποίο θαυμάστηκε από εκατομμύρια ομοίους τους, για το οποίο πολλοί έδωσαν το αίμα τους και κυρίως το αίμα των άλλων. Κάτι σαν φλυαρίες παλαιών συναγωνιστών!

Η πολυγραφότατη ή λαλίστατη συνήθως ευρωπαϊκή Αριστερά έχει καταπιεί το αμίλητο νερό, αφού φρόντισε να πάρει τις αποστάσεις της από τον «υπαρκτό σοσιαλισμό». Εστω και διά της αιδήμονος σιωπής.

Ακόμη κι έτσι όμως στην αμηχανία ή την αποδοκιμασία της πρυτανεύει ένας σοβιετικής κατασκευής συλλογισμός. «Ο σοσιαλισμός είναι εξ ορισμού καλός, άρα αφού ο υπαρκτός σοσιαλισμός δεν ήταν καλός σημαίνει ότι δεν ήταν σοσιαλισμός».

Κάπως έτσι προσπαθούν να ξεμπερδέψουν όχι μόνο με τη Σοβιετική Ενωση αλλά και με τον Μάο και με τον Πολ Ποτ και με όλα τα εκτρώματα της «υπαρκτής Αριστεράς».

Ηταν μεν καθάρματα αλλά είχαν υψηλά ιδανικά για τον άνθρωπο!

Λίγο μετά τη χρεοκοπία της Σοβιετικής Ενωσης ένας μεγάλος γάλλος ιστορικός, ο Φρανσουά Φιρέ, προσπάθησε «να ανατρέξει στη μυθολογία της Σοβιετικής Ενωσης και του κομμουνισμού γενικά στην κοινή γνώμη» (Francois Furet, Le Passe d’ une Illusion, Levy-Laffont, 1995).

Είχε υπάρξει και ο ίδιος κομμουνιστής (από το 1949 έως το 1959) και επιχείρησε να ερμηνεύσει το φαινόμενο όχι του κομμουνισμού αλλά της έλξης που άσκησε ο κομμουνισμός ακόμη και σε ανθρώπους όχι απαραιτήτως άθλιους, ούτε άξεστους ή ιδιοτελείς.

Είναι ένα κορυφαίο δοκίμιο, απέναντι στο οποίο δεν έχει αρθρωθεί σοβαρή αντίκρουση από το 1995 που πρωτοκυκλοφόρησε.

Στη συνέχεια η δημόσια συζήτηση πέρασε σε πιο φορτισμένα ζητήματα, όπως π.χ. αν ο κομμουνισμός ήταν εγκληματικό φαινόμενο ή εγκληματικό καθεστώς. Κι ενδεχομένως να κρατάει ακόμα η κουβέντα για όσους ενδιαφέρονται.

Αλλά ανεξάρτητα από την απάντηση που δίνει κανείς σε όλα αυτά τα ερωτήματα, το βέβαιο είναι ότι η Σοβιετική Ενωση και ο κομμουνισμός που εκπροσώπησε για (σχεδόν) 74 χρόνια παραμένει έως σήμερα αναπολόγητη. Σαν να έχουν όλοι αποδεχτεί ότι η διάλυση ήταν κάτι νομοτελειακό που θα γινόταν κάποια στιγμή νωρίτερα ή αργότερα.

Δεν νομίζω ότι η παράλειψη είναι τυχαία, ούτε περιστασιακή. Είναι επειδή μια ουσιαστική απολογία παραμένει αδύνατη.

Μπορεί κανείς, ας πούμε, να συζητήσει επί μακρόν για τα καλά και τα στραβά, τα σωστά και τα λάθη του συντηρητισμού, του φιλελευθερισμού ή της σοσιαλδημοκρατίας αλλά αντίστοιχη συζήτηση για τον κομμουνισμό δεν υπάρχει.

Ολοι έχουν (λίγο ή πολύ) συνομολογήσει ότι η Σοβιετική Ενωση και ο «υπαρκτός σοσιαλισμός» δεν ήταν μια εκτροπή του σχεδίου, ούτε μια εκδοχή του οράματος των πρωτεργατών τους. Ηταν το ίδιο το σχέδιο κι άλλο δεν θα μπορούσε να υπάρξει.

Αυτή η στάνη αυτό το γάλα βγάζει.

Ολες οι προσπάθειες εξανθρωπισμού του φαινομένου («σοσιαλιστική αυτοδιαχείριση», «σοσιαλισμός με ανθρώπινο πρόσωπο», ευρωκομμουνισμός κ.λπ.) κατέληξαν στο ίδιο θλιβερό αποτέλεσμα.

Τι να πεις, λοιπόν; Οτι διέλυαν τους ανθρώπους αλλά τουλάχιστον είχαν δημόσια ιατρική περίθαλψη;

Τα ερωτήματα αυτά όμως δεν αφορούν μόνο τη Σοβιετική Ενωση. Αφορούν την Αριστερά, όπως τη βιώνουμε ακόμη και σήμερα στην κομμουνιστική και μετα-κομμουνιστική εκδοχή της.

Την εποχή των δικών της Μόσχας, όταν οι διωκόμενοι από τον Στάλιν ομολογούσαν την ενοχή τους «για το καλό του κόμματος» πριν εκτελεστούν, ο κομμουνιστής ποιητής Πολ Ελιάρ είχε πει κυνικά ότι «έχω πολλά να κάνω για τους αθώους που διακηρύσσουν την αθωότητά τους ώστε να με απασχολήσουν οι ένοχοι που διακηρύσσουν την ενοχή τους».

Η δήλωση είναι αποκρουστική, ιδίως αν αναλογιστεί κανείς πώς προέκυπταν οι ένοχοι και η ενοχή.

Αλλά τελικά ο Ελιάρ είχε δίκιο. Στο παιχνίδι αυτό δεν υπήρχαν αθώοι και ένοχοι επί της ουσίας. Υπήρχε μόνο μια αυθαίρετη σκοπιμότητα την οποία είτε την αποδεχόσουν, είτε όχι, τελικά υπηρετούσες. Ενας εφιάλτης.

Κι αυτός ο εφιάλτης έπεσε πριν από τριάντα χρόνια.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr