Δεν θυμάμαι πότε μπήκε στην καθημερινότητά μας αυτή η συνήθεια που έχει γίνει πια, για τους περισσότερους, εκ των ων ουκ άνευ. Πριν από δεκαπέντε, είκοσι, είκοσι πέντε χρόνια; Περίπου τότε που βρήκε τη θέση του, σε μια γωνιά του καθιστικού ή της κουζίνας μας ένα πανεράκι όπου κρατούσαμε τους καταλόγους των εστιατορίων που έκαναν delivery. Μαγική λέξη τότε, σαν να μας έφερνε πιο κοντά στη βαλκανική Εσπερία των ονείρων μας. Σαν σκηνή από νεοϋορκέζικη ή λοσαντζελιώτικη ταινία. «Τι θέλουμε σήμερα; Ιταλικό ή κινέζικο;» – και στο τέλος, παραγγέλνουμε σουβλάκια. Και σε λίγο, το παιδί με την παραγγελία στην πόρτα μας. Αν βγαίναμε και από το σουπερμάρκετ κρατώντας χάρτινες μπεζ σακούλες, θα ήμασταν εντελώς «όπως Αμερική».

Οι κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες εκείνης της εποχής ήταν ευνοϊκές ώστε να καθιερωθεί το delivery ως «η συνήθεια που έγινε λατρεία». Οι οικογένειες του ενός ατόμου γίνονταν ολοένα και περισσότερες και το μαγείρεμα για ένα άτομο είναι και ασύμφορο και βαρετό. Αλλά και στις συμβατικές όλο και πιο συχνά «η μαμά έλειπε σε ταξίδι για δουλειές». Επίσης, την εποχή που το workalcoholism εκλαμβανόταν ως κοινωνική αρετή, οι πολλές ώρες στο γραφείο επέβαλαν το lunch break και «πού να τρέχεις τώρα έξω». Και κάπως έτσι, εγκαταστάθηκε το delivery στη ζωή μας – άλλο που δεν θέλαμε δηλαδή. Και στους δρόμους, άρχισαν να γίνονται ολοένα και περισσότερα τα «παιδιά με τα μηχανάκια» με το χαρακτηριστικό «κιβώτιο» στο πίσω μέρος. Που, κατά έναν περίεργο τρόπο, ήταν δισυπόστατα. Μας ενοχλούσαν στον δρόμο («Κοίτα πώς χώνονται ανάμεσα στα αυτοκίνητα;»), μας εξυπηρετούσαν όταν μας έφερναν την παραγγελία.

Η πρώτη διαμαρτυρία

Ούτε κι αυτή θυμάμαι πότε έγινε. Σίγουρα είναι δέκα χρόνια πριν, μπορεί και παραπάνω. Θυμάμαι όμως τις αφισέτες στους δρόμους. Κυρίαρχη φωτογραφία, δύο τηγανιτά αυγά. Και το μήνυμα έγραφε στο περίπου. «Την τάδε μέρα δεν θα παραγγείλεις απέξω. Αν θες να φας, να τηγανίσεις αυγά». Ηταν η πρώτη απεργία των λεγόμενων τροφοδιανομέων και θυμάμαι επίσης και την εντυπωσιακή πορεία τους στην Πανεπιστημίου με τα μηχανάκια τους να κορνάρουν στη διαπασών. Ηταν η πρώτη φορά που οι εργαζόμενοι σε αυτόν τον κλάδο, διεκδικούσαν ορατότητα.

Ποια ήταν, τότε, τα αιτήματά τους. Τα ίδια πάνω – κάτω με αυτά που έφεραν, τις τελευταίες μέρες, τους τροφοδιανομείς στην πρώτη σειρά της διαδικτυακής ειδησεογραφίας.

Κι ύστερα ήρθε ο Covid

Εν τω μεταξύ, η κρίση επηρέασε και αυτή τη δουλειά. Το delivery έγινε το πιο εύκολα διαθέσιμο επιπλέον μεροκάματο που ήταν όμως απαραίτητο στην οικογένεια. Και οι ντελιβεράδες δεν ήταν πια μόνο νέα παιδιά. Στην αρχή, ήταν κάπως σοκαριστικό να μας φέρνουν το φαγητό άνθρωποι εξήντα ετών. Μετά, το συνηθίσαμε κι αυτό με εκείνο το ψευδεπίγραφα καθησυχαστικό «Εχουν τουλάχιστον μια δουλειά». Κι ύστερα ήρθαν οι διαδικτυακές πλατφόρμες που έκαναν τις επιλογές μας ακόμη πιο εύκολες.

Το λοκντάουν άλλαξε τη σχέση μας με τους παντός τύπου διανομείς. Υπήρξαν, για μήνες, η σύνδεσή μας με τον έξω κόσμο, κάτι σαν θεματοφύλακες μιας υποτυπώδους κανονικότητας. Μπορούσαμε, μεταξύ άλλων, να παραγγείλουμε από γνωστά εστιατόρια την εποχή που ήταν κλειστά.

Το επάγγελμα του ντελιβερά είναι δημιούργημα των συνθηκών μιας εποχής. Και επειδή οι εποχές αλλάζουν μαζί με τις συνθήκες τους, η προσωπική μου εκτίμηση είναι ότι σε μερικά χρόνια (λιγότερα απ’ όσα πιστεύουμε) θα εξαλειφθεί. Οι παραγγελίες μας θα έρχονται με drones. Ηδη στον νομό Τρικάλων, με drones μεταφέρονται φάρμακα σε απομακρυσμένα φαρμακεία. Μέχρι τότε όμως και παράλληλα με τη διαμαρτυρία μας για τους όρους εργασίας των ντελιβεράδων (που είναι, κατά κανόνα, καλύτερες σε μια μεγάλη πλατφόρμα απ’ ό,τι στα μαγαζιά της γειτονιάς) ας σκεφτούμε τι κάνουμε εμείς γι’ αυτά τα «παιδιά». «Πεντάευρω πουρμπουάρ ούτε τότε με τα χιόνια δεν είχα πάρει» μου έχουν πει.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο