Ο καύσωνας, βαρύς, εξουθενωτικός, που, σαν μεγάλη, ιδρωμένη παλάμη εξουδετερώνει τις αντιστάσεις των ανθρώπων, είναι ήδη εδώ. Λένε ότι θα είναι ο πιο έντονος των τελευταίων χρόνων, κυρίως λόγω της μεγάλης του διάρκειας. Και οι μετεωρολόγοι τον παρομοιάζουν με αυτόν του 1987, τότε που η μέση θερμοκρασία της χώρας είχε καρφωθεί για μια εβδομάδα πάνω από τους 40 βαθμούς, δεν έπεφτε κάτω από τους 30 ούτε τη νύχτα και έχασαν τη ζωή τους περισσότερα από 1.300 άτομα, κυρίως ηλικιωμένοι. Και αν σήμερα μιλάμε για ακραία καιρικά φαινόμενα λόγω κλιματικής αλλαγής, εκείνη την εποχή μάς ήταν άγνωστες ως έννοιες και τα «ακραία καιρικά φαινόμενα» και η «κλιματική αλλαγή». Κάτι ψελλίζαμε περί οικολογίας αφού ακόμη και ο γλάρος της HELMEPA που μας έλεγε «Οχι σκουπίδια, όχι πλαστικά σε θάλασσες και ακτές», ίσως το πρώτο επίσημο οικολογικό μήνυμα, ήταν ακόμη νεοσσός.

Τέλος πάντων, όσο και να χτυπήσουν «κόκκινο» οι θερμοκρασίες τις επόμενες μέρες, δεν θα έχουμε τα θύματα του 1987. Για τον απλούστατο λόγο ότι τότε το air condition δεν ήταν διαδεδομένη συσκευή. Οχι λόγω φτώχειας, είχαμε ήδη αρχίσει να πλουταίνουμε. Αλλά από ένα είδος μισεραμπιλισμού, κατάλοιπο της βαλκανικής μας εσωστρέφειας, που το θεωρούσε περιττή πολυτέλεια διαβίωσης. Τι να το κάνουμε την «αμερικανιά»; Ανοίγαμε τη μπαλκονόπορτα για να κάνει ρεύμα με την πόρτα της κουζίνας, κυκλοφορούσαμε μέσα στο σπίτι με παρεό και σώβρακα, βλέπαμε τους άγνωστους στο απέναντι μπαλκόνι που επίσης κυκλοφορούσαν με παρεό και σώβρακα, τρώγαμε καρπούζι, βάζαμε και κανένα ανεμιστηράκι και έτσι, με τη ζέστη περνούσε ο καιρός.

Μέχρι που πλάκωσε εκείνος ο καυτός Ιούλιος του 1987. Σαν να ήταν χθες θυμάμαι πώς γέμισαν από τη μια μέρα στην άλλη κανάλια (τα δύο κρατικά δηλαδή) και έντυπα με διαφημίσεις για air condition. Είχαμε περάσει πλέον σε άλλη εποχή.

Από τις Telefunken στις smart tv

Σκέφτομαι πόσες «εποχές» έχουμε αλλάξει τις τελευταίες δεκαετίες σε αυτήν τη χώρα, αναφορικά με τα απαραίτητα αγαθά της καθημερινότητάς μας και, φυσικά, την τεχνολογία. Θυμάμαι, για παράδειγμα, πόσο νουβοτέ μού είχε φανεί το ψωμί του τοστ, όταν, το 1970 περίπου, εμφανίστηκε για πρώτη φορά στην ελληνική αγορά. Και θυμάμαι, στις αρχές της δεκαετίας του 1980, να «κόβονται» τα χέρια μου από το βάρος, καθώς πηγαινοερχόμουν με το λεωφορείο στην ΕΡΤ κουβαλώντας καμιά τριανταριά δίσκους για κάτι μουσικές επιμέλειες που έκανα εκεί – τα cd που σήμερα θεωρούνται μουσειακό είδος δεν είχαν ακόμη διαδοθεί.

Αν μιλήσουμε για το 1987 συγκεκριμένα, δεν θυμάμαι αν υπήρχαν ήδη ΑΤΜ, πάντως τους μισθούς μας τους παίρναμε από το λογιστήριο σε φάκελο και τις πρώτες μέρες, έτσι όπως κυκλοφορούσαμε με το «πακέτο», νιώθαμε λίγο σαν μεγαλομανάβηδες στου Ρέντη. Οχι μόνο δεν υπήρχαν κινητά αλλά για να τηλεφωνήσεις καλοκαίρι από νησί στην Αθήνα ή το αντίστροφο, χρειαζόσουν πάνω από ένα 24ωρο για να πιάσεις γραμμή. Δεν υπήρχε ιδιωτική τηλεόραση, βλέπαμε ακόμη βιντεοκασέτες και τα περίφημα «τρικάσετα» με τις ξένες σειρές ήταν το Netflix εκείνων των χρόνων. Δεν υπήρχαν βέβαια ούτε κομπιούτερ ούτε Ιντερνετ. Πώς επικοινωνούσαμε για τα επαγγελματικά μας; Δια ζώσης, τηλεφωνικά και, στις πολύ ειδικές περιπτώσεις με φαξ. Μην πω ότι στην πρώτη μου δουλειά, στη δισκογραφική εταιρεία Lyra, πρόλαβα και το τέλεξ.

Πρόλαβα όμως εκείνες τις τηλεοράσεις – έπιπλα, τις ογκώδεις, τις ξύλινες, τις Telefunken που είχαν τέσσερα πόδια και συρόμενο πορτάκι ώστε, όταν είναι κλειστή, να κάνει κάτι σε μπαράκι – πολύ διαδεδομένο τότε έπιπλο σπιτιού. Και να πω την αμαρτία μου; Πριν από δύο, περίπου, χρόνια αγόρασα smart tv. Τους πρώτους μήνες, σαν Telefunken τη χρησιμοποιούσα. Απλώς άλλαζα κανάλια και ανεβοκατέβαζα την ένταση. Και έτσι θα τη χρησιμοποιούσα ακόμη αν η καραντίνα δεν μάς είχε κάνει απαραίτητο το Netflix.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο