Τελευταία φορά είδα τον Τόλη Βοσκόπουλο σε ένα μικρό σχετικά μαγαζί, πίσω από το γήπεδο του Παναθηναϊκού. Βάδιζε ήδη στην όγδοη δεκαετία της ζωής του, η υγεία του είχε αρχίσει να καταπονείται. Μας καλωσόρισε, μας είπε δεκαπέντε από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του – όχι ποτ πουρί, ολόκληρα τα τραγούδια – και παρέδωσε το μικρόφωνο στον άλλον, με τον οποίον μοιραζόταν το πρόγραμμα. «Σας ευχαριστώ που με ανεχθήκατε…» μας αποχαιρέτησε με υπόκλιση.

Μείναμε άναυδοι. Ποιος ευχαριστούσε ποιον; Ποιον είχαμε ανεχθεί; Εκείνον που μας είχε μαγνητίσει, μας είχε μαγέψει, μας είχε βγάλει έξω από τον χώρο και τον χρόνο, έξω από ό,τι άχαρο, ό,τι συμβατικό βαραίνει όλων μας την καθημερινότητα; Νιώθαμε ευγνώμονες απέναντί του. Του το δείξαμε με αποθεωτικό χειροκρότημα.

Τι σημαίνει σταρ; Θα επιχειρήσω έναν ορισμό. Σταρ είναι εκείνος που από το πάλκο ή τη σκηνή ή την οθόνη αιχμαλωτίζει το αίσθημα του κόσμου, το διατρανώνει, το καθαγιάζει και το επιστρέφει πάμφωτο, πυρακτωμένο. Ενας καθρέφτης είναι ο σταρ και ένας μεγεθυντικός φακός. Ο,τι εγγύτερο σε θαυματοποιό. Σε μυθικό σαμάνο.

Υπάρχουν ιδιοφυείς τραγουδοποιοί, σπουδαίοι ηθοποιοί που βρίσκονται στους αντίποδες των σταρ. Ο Λέοναρντ Κοέν, όταν τον είδα λάιβ στη Μαλακάσα, ήθελε να απευθύνεται σε ακροατές νηφάλιους, οι οποίοι να κατανοούν τα ποιήματά του, να εκτιμούν το δέσιμο των λέξεων με τη μουσική. Ο Τζον Λένον, στην ωριμότητά του, έγραφε και μελοποιούσε αριστουργηματικά δοκίμια. Το «Imagine», το «Woman is the Niger of the World». Είχε εξελιχθεί σε πολιτικοποιημένο, παρεμβατικό καλλιτέχνη. Ο Μικ Τζάγκερ αντίθετα παραμένει ένα απερίγραπτο – αδιανόητο σχεδόν – υβρίδιο πιθήκου και θεού.

Με την αναγγελία της εκδημίας του, δεκάδες αναλύσεις γράφτηκαν για τον Τόλη Βοσκόπουλο. Ιστορικές, κοινωνιολογικές, αποπειρώμενες να εντάξουν το φαινόμενο σε ένα πλαίσιο. Να εξηγήσουν πώς – στα τέλη των ’60ς – οι Ελληνες είχαν κουραστεί να θρηνούν τη φτώχεια, τη ματαίωση, τους αλλεπάλληλους ξεριζωμούς. Αναζητούσαν ένα τραγούδι πιο λαμπερό και πιο γλεντζέδικο, που και τον καημό ακόμα να τον πασπαλίζει με χρυσόσκονη. Κάτι σαν «το φεγγάρι πανωθέ μου ασημένιο τάληρο και με το κορίτσι, Θέε μου, πάμε για το Φάληρο…». Ο Μανώλης Χιώτης, με τον οποίον ο Βοσκόπουλος θα έδενε ιδανικά, πέθανε νεότατος το 1970. Υπήρξαν ευτυχώς άλλοι, εξίσου ταλαντούχοι συνθέτες και στιχουργοί. Ο Γιώργος Ζαμπέτας και ο Χαράλαμπος «Τσάντας»-Βασιλειάδης. Ο Μίμης Πλέσσας και ο Λευτέρης Παπαδόπουλος. Ο Ακης Πάνου. Οι δημιουργίες τους, όσο κι αν ήταν εμπνευσμένες, δεν θα απογειώνονταν από αλλουνού τα χείλη.

Οπως κάθε χαρισματικό πρόσωπο, ο Τόλης Βοσκόπουλος είχε επινοήσει τον εαυτό του. Πού παρέπεμπαν τα εξαιρετικά κοστούμια και πουκάμισα που τα φορούσε σαν δεύτερο πετσί του; Τα χειροφιλήματα, τα κοπλιμέντα, οι απροσδόκητες μεγαλειώδεις χειρονομίες προς τις κυρίες πάσης ηλικίας και εμφάνισης; – μια φίλη μου την ονόμασε «Παναγιά», έβγαλε και της χάρισε ένα δαχτυλίδι του και δεν την αναζήτησε ποτέ ξανά… Σε βασιλιά παραμυθιού! Ο οποίος έχει μόνος του στεφθεί και μας καλεί να κάνουμε κι εμείς το ίδιο.

Από το σύμπαν του Βοσκόπουλου απουσιάζουν η πίκρα, η μνησικακία, η μιζέρια, η τοξικότητα. Ακόμα και ο απατημένος άντρας, που με μπρίο υποδύεται στο «Ψύλλοι στα αφτιά μου μπήκανε», δεν απειλεί παρά ότι θα χωρίσει τη σκορδόπιστη. Αν πεις για το παρελθόν της γυναίκας που τότε (μέχρι και στις μέρες μας ενίοτε) τη στιγμάτιζε, ο Τόλης το διαγράφει μονοκοντυλιά. «Δεν με νοιάζει ποιον φιλούσες μέχρι χθες, που ήμασταν ξένοι…». Μην παρεξηγηθούμε – δεν συστήνεται ο Βοσκόπουλος ως δικαιωματιστής, φαφλατάς του φεμινισμού, μετροσέξουαλ. Είναι ο αρσενικός αμνός, ο αίρων τις ερωτικές αμαρτίες. Λυγίζει από το βάρος τους μα δεν συντρίβεται ούτε συντρίβει. Μαζεύει τα κομμάτια του και φεύγει στο ηλιοβασίλεμα, σαν τον φτωχό και μόνο καουμπόι, να αναζητήσει αλλού παλάτι ή τσαντίρι. Από το σύμπαν του Βοσκόπουλου απουσιάζει ο θάνατος.

Ισως για αυτό δεν πήγα στην κηδεία του. Αρνούμαι να τον φανταστώ νεκρό.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο