Όταν μιλάμε για μια δυσάρεστη συνθήκη που ζούμε, και θέλοντας να τονίσουμε πόσο δύσκολη είναι αυτή για μας, συνηθίζουμε να την παρομοιάζουμε με την Κατοχή του 1941 – 1944 στην Ελλάδα.

«Ούτε στην Κατοχή, δεν συνέβαινε αυτό» λέμε, υπονοώντας ότι αυτό που μας συμβαίνει τώρα είναι μάλιστα πολύ χειρότερο.

Ήταν σαν σήμερα, ακριβώς 80 χρόνια πριν, στις 27 Απριλίου 1941, 08:10 το πρωί όταν δύο τεθωρακισμένα οχήματα της 6ης Μεραρχίας Τεθωρακισμένων των ναζιστικών γερμανικών στρατευμάτων μπήκαν στην Αθήνα από τα βόρεια. Για τα επόμενα 3,5 τραγικά χρόνια η Ελλάδα θα προσπαθούσε να επιβιώσει της Τριπλής Κατοχής των Γερμανών, των Ιταλών και των Βουλγάρων.

Πώς όμως ήταν να ζεις πραγματικά στην Κατοχή;

Οι μαρτυρίες όσων την έζησαν, στο βιβλίο του διακεκριμένου ιστορικού Μαρκ Μαζάουερ (Mark Mazower)  με τίτλο «Στην Ελλάδα του Χίτλερ, Η εμπειρία της Κατοχής», δίνει την πλήρη εικόνα.

Ζωντανοί και νεκροί

Από ένα σημείο και μετά, αν ζούσες σε πόλη, ακόμα και να θάψεις τους νεκρούς σου ήταν μια πολύ δύσκολη διαδικασία.

« “O μεγαλύτερος μπελάς που μπορείς να βάλεις τώρα στο κεφάλι των δικών σου είναι να πεθάνεις”, έγραφε με πίκρα ένας Αθηναίος. Δύσκολα μπορούσε κανείς να κανονίσει μια σωστή κηδεία.

»Η ιδιωτική μεταφορά στο νεκροταφείο ήταν δαπανηρή και αναξιοπρεπής: “Όποιος διαθέτει πάρα πολλά λεφτά να πληρώσει για τη βενζίνη δένει το νεκροκρέβατο πίσω στη σκάρα κανενός παλαιμάχου αυτοκινήτου και το μεταφέρει σαν εμπόρευμα, σαν μπαούλο, ως τον τάφο”.

»Πολλοί απλούστατα σταματούσαν την προσπάθεια κι έθαβαν οι ίδιοι τους νεκρούς τους όπου μπορούσαν μέσα στην παγωμένη γη. Σημεία ταφής σκάβονταν γύρω από την Αθήνα χωρίς την άδεια της Εκκλησίας. (…)

»Οι αρχές έχοντας εγκαταλείψει τους ζωντανούς, ήταν επίσης ανίκανες να φροντίσουν τους νεκρούς. Λιπόσαρκα πτώματα αφήνονταν για ώρες στους δρόμους, προτού εμφανιστούν τα καρά του δήμου (…)

»Μια εφημερίδα του Βόλου έγραψε πως μαζευόταν “ουρά στο νεκροταφείο” και πως αν μπορεί κανείς να ζηλέψει τους νεκρούς είναι επειδή έχουν ησυχάσει, ενώ οι ζωντανοί συγγενείς δεν έχουν».

Η πείνα

Τον βαρύ χειμώνα του 1941, ειδικά στις πόλεις, όπου τα τρόφιμα έφταναν με μεγάλη δυσκολία,  ο λιμός προκάλεσε τον θάνατο εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων. Τα στοιχεία του Ερυθρού Σταυρού κάνουν λόγο για 250.000 νεκρούς από λιμό ανάμεσα μεταξύ 1941 και 1943.

«Υπήρχαν άνθρωποι που σάλευε το μυαλό τους απ’ αυτά που είχαν ζήσει», γράφει ο Μαζάουερ.

«Μια χήρα που συνάντησε ο Ζυνό μουρμούριζε ακαταλαβίστικα λόγια, καθώς καταγινόταν με το να φροντίζει την άρρωστη κόρη της. Μια άλλη γυναίκα είχα παραφρονήσει βλέποντας μέλη της οικογένειάς της να πεθαίνουν μέσα στο σπίτι. Άλλες δεν μπορούσαν να σταματήσουν να στενάζουν συνεχώς. (…)

»Ένα ζευγάρι Αθηναίων της μεσαίας τάξης χώρισε μετά από έναν έντονο καβγά, ο οποίος ξεκίνησε αφού ο σύζυγος αυτοσερβιρίστηκε μια μέρα από προπολεμική μαρμελάδα που κρατούσε η γυναίκα του για ώρα ανάγκης.

»Τσακωμοί ξεσπούσαν στις ουρές και στα λαϊκά συσσίτια. Στο κορύφωμα του λιμού, ένας άνδρας έγραφε στο ημερολόγιο του:  “Όλοι είμαστε ευερέθιστοι. Με κυριεύει λιποθυμία, όταν βρίσκομαι μέσα σε πλήθος ανθρώπων. Θέλω να χτυπήσω όποιον βρω μπροστά μου”. Oι άνθρωποι ένιωθαν πεινασμένοι ακόμη κι όταν είχαν φάει πολλά γεύματα την ημέρα».

Σήμερα, πολλοί από εμάς ξυπνάμε το πρωί και τρέχοντας πανικόβλητοι σε δουλειές και υποχρεώσεις ούτε καταλαβαίνουμε πότε έφτασε το απόγευμα χωρίς να έχουμε προλάβει να φάμε τίποτα.

«Πεθαίνω της πείνας», «Λιμοκτονώ» λέμε φτάνοντας σπίτι και επιτέλους τρώμε φαγητό σπιτικό ή delivery παρακολουθώντας σ’ ένα τηλεοπτικό reality επιβίωσης κάποιους τύπους να τσακώνονται γιατί κάποιος έφαγε κρυφά από τις προμήθειες.

Η πανδημία του κορωνοϊού έχει κλείσει την εστίαση και επιπλέον μάς απαγορεύει να σουβλίσουμε στο χωριό μας. Είναι απολύτως λογικό να μας έχουν λείψει οι μπύρες, τα κρασιά, οι μεζέδες και το φαγητό με τα αγαπημένα μας πρόσωπα. Δεν είναι όμως και πολύ λογικό να συγκρίνουμε αυτές τις στερήσεις της πραγματικά δύσκολης εποχής του κορωνοϊού, με τα όσα έζησαν εκατομμύρια άνθρωποι στην Κατοχή του 1941 – 1944.

Ούτε να αυτομαστιγωθούμε μάς ζητάει κανείς, επειδή δεν ζήσαμε όσα τραγικά έζησαν οι παλαιότεροι, απλώς, τουλάχιστον με αφορμή τραγικές (και ξεχασμένες) επετείους όπως η σημερινή, ας «ξαναζυγίζουμε», που και που, το τότε με το τώρα.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο