Δυσκολεύομαι να καταλάβω την επιθυμία του Έλληνα να «φεύγει».

Και εγώ Ελληνίδα είμαι, παιδί της πόλης χωρίς χωριό όπως πολλοί άλλοι και συχνά αναρωτιέμαι πόσοι είμαστε, γιατί δεν είμαστε λίγοι, αν και σίγουρα μας θεωρούν παρακατιανούς. Κάποτε ο αριστοκράτης ήταν ο πρωτευουσιάνος όμως αυτό κατά κάποιον τρόπο ανατράπηκε καθώς το life style της διαφυγής «στο χωριό», έκανε τη ζωή όσων κάνουν Πάσχα στην Αθήνα να φαίνεται μίζερη.

Είχα συναδέλφους που τις Παρασκευές εμφανίζονταν με σακ βουαγιαζ στην δουλειά, δεν ήθελαν να καθυστερήσουν λεπτό να φύγουν, τα ίδια  και τις παραμονές των αργιών καθώς υπήρχε οργάνωση.

Αρκετοί που ήταν από χωριό, δεν πήγαιναν στο δικό τους χωριό αλλά σε κάποιου άλλου που επίσης συμφωνούσε πως ήρθε ή ώρα να πάνε οπωσδήποτε «στο χωριό», αυτά όλα τα κρυφάκουγα διότι ήμουν outsider σ’ αυτές τις συζητήσεις.

Πολλές φορές, λοιπόν, έχω δει την Αθήνα να αδειάζει, πριν προλάβω να κλείσω ξενοδοχείο, καράβι πριν αποδεχτώ απρόσμενη  πρόσκληση να πάω κι εγώ  «στο χωριό» κάποιων άλλων να χαρώ τα ανθισμένα τοπία, να δω τις γιαγιάδες και τις θείες τους να προσποιηθώ πως τις αγαπώ κι εγώ, ενώ την ίδια ώρα ένιωθα τύψεις που άφηνα τις δικιές μου στην Αθήνα.

Δεν είναι άσχημο το Πάσχα στη πόλη. Απείρως πιο πένθιμοι οι επιτάφιοι της Αθήνας  λόγω της μοναξιάς. Ένας καθολικός επιτάφιος στο Παλιό Ψυχικό, έχει ειδική άδεια από το Βατικανό να κάνει περιφορά μαζί με τον ορθόδοξο, ίδια ημερομηνία.

Για ανάσταση ωραία είναι στην Αγία Σοφία στον πεζόδρομο στην Διονυσίου Αρεοπαγίτου κάτω από την Ακρόπολη. Όσο για το  αρνάκι, το θυμάμαι πάντα στο φούρνο  πάνω σε κληματόβεργες κατά προτίμηση,  που μπαίνουν στο ταψί και το ανορθώνουν ώστε να μην κολυμπάει στο λίπος, εκτός  από την κληματόβεργα όμως, όλοι οι υπόλοιποι δεν είχαμε καμιά σχέση με φύση.

Όταν μετακομίσαμε στα προάστεια γιατί η Αθήνα έγινε αφόρητη και οι πολυκατοικίες γέμισαν κατσαρίδες, πολλοί από τους νέους μας γείτονες που ξέμεναν «στην Αθήνα» το Πάσχα, έψηναν στις πυλωτές και για πρώτη φορά ακούσαμε δημοτικά από τα διπλανά σπίτια και μάλιστα  στη διαπασών. Διαφορετικός αυτός ο κόσμος των προαστίων και ποτέ δεν κατάλαβα τη σύσταση.

Ακόμη όμως και όταν έφευγα από την πρωτεύουσα , δεν  είχα αυτή τη μεγάλη  λαχτάρα να εγκαταλείψω την Αθήνα, δεν μου ήταν εύκολα η βιασύνη, τα διόδια, η υποχρεωτική αίσθηση πως σίγουρα, εφόσον «πάμε στο χωριό, θα περάσουμε τέλεια». Με τον καιρό και με τουριστικές  επισκέψεις σε χωριά, κατάλαβα πως ο Έλληνας έχει δυο ψευδαισθήσεις, πολύ καλά εδραιωμένες στο μυαλό του, πως: η μάνα του ήταν καλλονή στα νιάτα της (όλοι το ίδιο θα σας πουν) και πως το χωριό του είναι το ωραιότερο. Όμως πόσες μάνες υπήρξαν κούκλες; Πόσα χωριά είναι υπέροχα ;  Αφήστε που και ωραίο να είναι το χωριό, μέχρι να φτάσεις θα περάσεις από άλλα πανάσχημα.

Στα Βαλκάνια ζούμε. Λίγα χωριά είναι  πραγματικά άξια θαυμασμού -πως να το κάνουμε; Δεν βρισκόμαστε στη Γαλλική εξοχή, τα σκληρά ελληνικά τοπία «διακόπτουν» οι γνωστές  παραφωνίες :  Ελενίτ , μπετό , λαδομπογιά, βρώμα, σύρμα.

Αν γκουγκλάρετε: «άσχημο ελληνικό χωριό», δεν θα βρείτε μια αναφορά. Είναι ύβρις. Προδοσία. Κατάσταση αδιανόητη και ας υπάρχουν πολλές δικαιολογίες για την ασχήμια.

Είμαστε πάμφτωχος λαός, χάσαμε την αναγέννηση, δεν μας ενοχλεί ο τσιμεντόλιθος, η κακοτεχνία, τα σίδερα που προεξέχουν στις ταράτσες  περιμένοντας το πάνωσήκωμα, όπως μπορούσαν έχτισαν οι άνθρωποι και σαφώς η φτώχεια του Έλληνα μεταφέρθηκε στις πόλεις που χτίστηκαν όπως όπως.

Ο εμφύλιος, τα δράματα και η ακόμη μεγαλύτερη φτώχεια που τον ακολούθησε ,έκαναν τους περισσότερους  κατοίκους των χωριών  να θέλουν να έρθουν  στην πρωτεύουσα καθώς  κοντά  στις πόλεις  άρχισαν να φτιάχνονται και οι βιομηχανίες .

Ένας μεγάλος Έλληνας αρχιτέκτονας μου είχε εξηγήσει πως η φριχτή ελληνική πολυκατοικία της δεκαετίας του 60, με τον ακάλυπτο και τον φωταγωγό , ήταν ένα αριστούργημα σε σχέση με το σπίτι στο χωριό, που δεν είχε ζεστό νερό ή τουαλέτα «μέσα». «Έκαναν το σταυρό τους με τις ανέσεις οι άνθρωποι»,  όμως απ’ ότι φαίνεται, έξω από την πολυκατοικία , οι πόλεις μας δεν είχαν καμιά ελπίδα να γίνουν ανθρώπινες γιατί οι προγονοί μας δεν φύτεψαν δέντρα για εμάς εξάλλου, οι περισσότεροι  βρίσκονταν στα χωριά τους .

Όσον αφορά την αντιπαροχή που ήταν βασική προϋπόθεση για τη γρήγορη ανέγερση των πολυκατοικιών -εκτρωμάτων και θεωρήθηκε υπεύθυνη για την ασχήμια της Αθήνας,  ήταν στη πραγματικότητα ένας νόμος, όχι του Κωνσταντίνου Καραμανλή, αλλά του 1929.

Δίπλα στις πολυκατοικίες βέβαια παρέμειναν  και οι προσφυγικές κατοικίες που μέχρι σήμερα αν και ερείπια συνεχίζουν να στέκουν σε πολλές συνοικίες, ανομοιογενείς και πονεμένες  όπως η ίδια η Ελλάδα.  Τα σπίτια μας είναι η ιστορία μας, τα κοινωνικά και πολιτικά μας προβλήματα ανακατεμένα με ενδείξεις της μαζικής ψυχολογίας ανά περιόδους.

Η ιδιωτική οικοδομή ήταν βασική για την οικονομία μέχρι την κρίση τουλάχιστον, καθώς ο Έλληνας είχε πελώρια λαχτάρα να χτίσει το σπίτι του «γερό» και να μπει μέσα, ακριβώς  όπως το  έξυπνο τρίτο, από τα τρία γουρουνάκια του παραμυθιού.

Το δικό του «κεραμίδι» ήταν και πειστήριο  της προόδου του στην πόλη.

Το όνειρο του 1960 για διαμέρισμα στη Πατησίων, έγινε όνειρο για μεζονέτα στη Κηφισιά και αν τα χρήματα περίσσευαν, για εξοχικό! Κάπου ενδιάμεσα, στο κοινωνικό σάντουιτς για τη μεσαία ελληνική τάξη που δεν μπορούσε να έχει κήπο και σπιταρόνα,  ήρθαν τα στεγαστικά δάνεια που με δόσεις για 75 χρόνια σου εξασφάλιζαν διαμέρισμα με τεράστιες βεράντες- θαύμα της στατικής και με παρκινγκ στη πυλωτή, που επανήλθε πρόσφατα στην επικαιρότητα και η αλήθεια είναι πως την ειχαμε ξεχασμένη. Διαβάζω, πως είναι: «ο υποχρεωτικά  κοινόχρηστος, ακάλυπτος χώρος που κατασκευάζεται επί υποστυλωμάτων», ιδανικός για να παρκάρεις τα αυτοκίνητα αλλα και δοκιμασμένος ως  σκηνικό, που μιμείται όπως μπορεί, Πάσχα στο χωριό !Θα αντέξουμε στην πόλη και φέτος .

Σας το υπογράφω.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο