Ο Φιόντορ Παύλοβιτς, αφού ξεφορτώθηκε τον Μίτια, που ήταν τότε τεσσάρων χρονών, παντρεύτηκε πολύ γρήγορα για δεύτερη φορά.

Τούτη τη δεύτερη φορά έμεινε παντρεμένος οκτώ χρόνια.

Η δεύτερη γυναίκα του, η Σοφία Ιβάνοβνα, ήταν πολύ νέα.

Τη γνώρισε σε μια άλλη επαρχία όπου είχε πάει για κάτι μικροεργολαβίες με συνέταιρο έναν Εβραίο.

Ο Φιόντορ Παύλοβιτς, αν και γλεντούσε και μέθαγε και ζούσε ακόλαστα, δεν έπαυε ποτέ του ν’ ασχολείται με την τοποθέτηση των κεφαλαίων του και πάντα έβγαζε πέρα τις δουλίτσες του, φυσικά πάντα σχεδόν με ατιμίες.

Η Σοφία Ιβάνοβνα ήταν μια «ορφανή» που από τα μικράτα της δεν είχε γνωρίσει τους γονείς της, κόρη κάποιου αμόρφωτου διάκου.

Μεγάλωσε στο σπίτι μιας ευεργέτισσας, που την ανάθρεφε και τη βασάνιζε, μιας γνωστής γριάς στρατηγίνας, χήρας του στρατηγού Βορόχοβ.

Δεν ξέρω λεπτομέρειες, άκουσα μονάχα πως τάχα την ευεργετούμενη, που ήταν σεμνή, άκακη και ήρεμη, την ξεκρέμασαν μια φορά από το σκοινί που είχε στεριώσει μ’ ένα καρφί μέσα στο κελάρι, τόσο δύσκολο τής ήταν να υποφέρει τις ιδιοτροπίες και την ατελείωτη γκρίνια αυτής της γριάς, που κατά τα φαινόμενα δεν ήταν κακιά, μα που καταντούσε ανυπόφορη, γιατί ξεκουτιάθηκε από την τεμπέλικη ζωή που έκανε.

Ο Φιόντορ Παύλοβιτς ζήτησε το χέρι της Σοφίας Ιβάνοβνας, η στρατηγίνα πήρε τις πληροφορίες της γι’ αυτόν και τον έδιωξε, και τότε εκείνος, όπως και στον πρώτο του γάμο, πρότεινε στην ορφανή να την απαγάγει.

Είναι πολύ, πάρα πολύ πιθανό πως και αυτή ακόμα δε θα δεχότανε να τον πάρει, αν μάθαινε έγκαιρα περισσότερες λεπτομέρειες γι’ αυτόν.

Μα όλα αυτά γίνονταν σε άλλην επαρχία, και εξάλλου τι μπορούσε να καταλάβει αυτό το δεκαεξάχρονο κορίτσι.

Το μόνο που ήξερε ήταν πως κάλλιο να ριχνόταν στο ποτάμι παρά να μείνει στο σπίτι της ευεργέτισσάς της.

Έτσι, λοιπόν, έφυγε και αυτή η καημένη από την ευεργέτισσα και πήγε στον ευεργέτη.

Ο Φιόντορ Παύλοβιτς δεν πήρε πεντάρα τούτη τη φορά, γιατί η στρατηγίνα θύμωσε, δεν τους έδωσε τίποτα, μονάχα τους καταράστηκε και τους δυο.

Μα αυτός ούτε που υπολόγιζε να πάρει τίποτα αυτήν τη φορά.

Τον τράβηξε μονάχα η εξαιρετική ομορφιά αυτού του αθώου κοριτσιού και, το κυριότερο, η αθώα του έκφραση, που έκανε εντύπωση σε αυτόν τον φιλήδονο, που ως τα τότε αγαπούσε μονάχα τις αδιάντροπες γυναίκες.

«Αυτά τα αθώα ματάκια μού σφάξανε τότε την καρδιά» έλεγε αργότερα χαχανίζοντας σιγά με τον αηδιαστικό του τρόπο.

Φυσικά, ένας διεφθαρμένος μονάχα από φιληδονία θα μπορούσε να αισθανθεί κάτι τέτοιο.

Μια λοιπόν και δεν πήρε καμιάν αποζημίωση, ο Φιόντορ Παύλοβιτς δεν έκανε καθόλου τσιριμόνιες με τη γυναίκα του.

Επωφελήθηκε από το γεγονός πως ήταν σαν να λέμε «ένοχη» απέναντί του και πως αυτός σχεδόν την «ξεκρέμασε από τη θηλιά», επωφελήθηκε εκτός από αυτό και από την φαινομενική της υποταγή και πραότητα, τόσο που ποδοπάτησε ακόμα και την πιο συνηθισμένη συζυγική ευπρέπεια.

Έρχονταν στο σπίτι γυναίκες του δρόμου και εκεί, μπροστά στη σύζυγο, γίνονταν όργια.

Θ’ αναφέρω και τούτο, γιατί είναι χαρακτηριστικό: ο υπηρέτης Γρηγόρης, ένας σκυθρωπός, κουτός και πεισματάρης ορθολογιστής, που μισούσε την προηγούμενη αφέντισσα, την Αδελαΐδα Ιβάνοβνα, τούτη τη φορά πήρε το μέρος της νέας κυρίας, την υπεράσπιζε και μάλωνε μάλιστα για χάρη της με τον Φιόντορ Παύλοβιτς μ’ έναν τρόπο σχεδόν ανάρμοστο σ’ έναν υπηρέτη.

Μια φορά μάλιστα έφτασε στο σημείο να διαλύσει το όργιο και να κυνηγήσει τις πρόστυχες γυναίκες.

Το αποτέλεσμα ήταν πως αυτή η δύστυχη, η κατατρομαγμένη από τα μικράτα της νεαρή κοπέλα, έπαθε κάποια νευρική γυναικεία αρρώστια που συναντιέται συχνότερα στα λαϊκά στρώματα, στις χωριάτισσες, και που γι’ αυτό τις λένε σεληνιασμένες.

Από αυτήν την αρρώστια, που συνοδευόταν από τρομερές υστερικές κρίσεις, η δύστυχη έχανε πότε πότε και τα λογικά της ακόμα.

Όμως, παρ’ όλ’ αυτά, γέννησε δυο γιους του Φιόντορ Παύλοβιτς, τον Ιβάν και τον Αλεξέι, τον ένα στον πρώτο χρόνο του γάμου και τον άλλο τρία χρόνια αργότερα.

Όταν πέθανε, ο Αλεξέι είχε πατήσει πια τα τέσσερα και, όσο και αν αυτό φαίνεται παράξενο, ξέρω πως η μητέρα του του ’μεινε στη μνήμη και τη θυμόταν, σαν όνειρο βέβαια, σε όλη του τη ζωή.

Μόλις εκείνη πέθανε, με τα δυο αγόρια συνέβη ακριβώς το ίδιο που έγινε και με τον πρώτο γιο, τον Μίτια.

Και αυτά τα ξέχασε και τα παράτησε εντελώς ο πατέρας και καταλήξανε στην ίζμπα του Γρηγόρη.

Σε αυτήν την ίζμπα τούς βρήκε η γκρινιάρα στρατηγίνα, η ευεργέτισσα της μητέρας τους.

Ζούσε ακόμα, και όλον εκείνον τον καιρό, όλα τα οκτώ χρόνια, δεν μπορούσε να ξεχάσει την προσβολή που της είχαν κάνει.

Όλα εκείνα τα οκτώ χρόνια είχε τις πιο λεπτομερειακές πληροφορίες για το πώς τα περνάει η «Σόφη» της, και ακούγοντας πως είναι άρρωστη και σε τι αισχρό περιβάλλον ζούσε, είπε δυο-τρεις φορές στις υπηρέτριές της: «Καλά να πάθει, την τιμωρεί ο Θεός για την αχαριστία της».

*Απόσπασμα από το μυθιστόρημα του Φιόντορ Ντοστογιέβσκι «Αδελφοί Καραμάζοβ» (μτφρ Άρης Αλεξάνδρου, εκδόσεις Γκοβόστη, 2014).

Ο Φιόντορ Ντοστογιέβσκι γεννήθηκε στη Μόσχα στις 11 Νοεμβρίου 1821.

Αφού πρώτα εντάχθηκε στη Στρατιωτική Σχολή Μηχανικού και  υπηρέτησε επί ένα χρόνο στην Πετρούπολη, ο Ντοστογιέβσκι παραιτήθηκε και ασχολήθηκε αποκλειστικά με τη συγγραφή και τη μελέτη της λογοτεχνίας.

Η ζωή του, συνεπεία των φιλελεύθερων ιδεών του, έβριθε στερήσεων και περιπετειών, με αποκορύφωμα την καταδίκη του σε θάνατο, η οποία μετατράπηκε την ύστατη κυριολεκτικά στιγμή σε καταναγκαστικά έργα τεσσάρων ετών στη Σιβηρία.

Μετά την απελευθέρωσή του ο Ντοστογιέβσκι συνέχισε τον ιδεολογικό του αγώνα μέσω των περιοδικών «Χρόνος» και «Εποχή», τα οποία εξέδωσε μαζί με τον αδελφό του.

Στη συνέχεια, εξαιτίας σοβαρών οικονομικών προβλημάτων, ο Ντοστογιέβσκι κατέφυγε στο εξωτερικό, από το 1867 έως το 1871, όταν του επετράπη να επιστρέψει στην Πετρούπολη.

Στα πλέον σημαντικά έργα του Ντοστογιέβσκι συγκαταλέγονται τα μυθιστορήματα «Έγκλημα και τιμωρία», «Ο ηλίθιος», «Δαιμονισμένοι», «Ο έφηβος» και «Αδελφοί Καραμάζοβ».

Κύριοι θεματικοί άξονες στα έργα του είναι ο άνθρωπος αυτός καθαυτόν και η ανθρώπινη τύχη.

Οι ήρωες του Ντοστογιέβσκι αποτελούν κομμάτι ενός πένθιμου τοπίου, ενός ιδιαίτερα στενόχωρου περιβάλλοντος, όπου κυριαρχεί η δυστυχία, ο ζόφος.

Οι μεγάλες δυσκολίες που αντιμετωπίζουν στη ζωή τους αντανακλούν τα σοβαρά προβλήματα της εποχής του Ντοστογιέβσκι, την κρίση της ρωσικής κοινωνίας του 19ου αιώνα, τις επαναστατικές ζυμώσεις και τις αρχές του δημοκρατικού ουμανισμού που απλώνονταν εκείνη την περίοδο ανά την Ευρώπη.

Σημαντικό ρόλο στα έργα του Ντοστογιέβσκι διαδραματίζουν, επίσης, οι έννοιες του κακού και της ελευθερίας.

Κατά το μεγάλο ρώσο συγγραφέα, «με το κακό ο άνθρωπος δοκιμάζεται και κρίνεται, και ή σώζεται ή χάνεται».

Οι πρωταγωνιστές του, έρμαια της μοίρας τους, επιχειρούν επί ματαίω να ανασάνουν, ενόσω ονειρεύονται το φως και την ευτυχία.

Ο τρόπος με τον οποίον καταφέρνει ο Ντοστογιέβσκι να διεισδύσει στα μύχια της ανθρώπινης ψυχής και ύπαρξης καθιστά τα έργα του διαχρονικώς επίκαιρα.

Ο Φιόντορ Ντοστογιέβσκι απεβίωσε στην Πετρούπολη, στις 9 Φεβρουαρίου 1881.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο