Στις 31 Δεκεμβρίου ολοκληρώνεται η διαδικασία εξόδου της Μεγάλης Βρετανίας από την Ευρωπαϊκή Eνωση, καθώς τελειώνει η μεταβατική περίοδος. Ανεξάρτητα από τη μορφή της από εδώ και πέρα σχέσης με την Eνωση, δεν παύει να σηματοδοτεί το γεγονός ότι η πιο φιλόδοξη προσπάθεια ενοποίησης του ευρωπαϊκού χώρου χάνει μία από τις μεγαλύτερες χώρες και οικονομίες της Ευρώπης. Εάν προσθέσουμε σε αυτή την εξέλιξη την επιδείνωση των σχέσεων με την Τουρκία – χώρα τυπικά σε ενταξιακή διαδικασία, ας μην το ξεχνάμε – και την όξυνση της αντιπαράθεσης με τη Ρωσία, το όραμα μιας πολιτικής ένωσης της Ευρώπης από τα Ουράλια μέχρι τον Ατλαντικό μάλλον δεν πρόκειται να προχωρήσει ιδιαίτερα το επόμενο διάστημα.

Φυσικά, σε μια Ευρώπη που έχει αναγάγει σε ύψιστη τέχνη τον ορισμό ως επιτυχίας της απλής αποτροπής (ή έστω μετάθεσης στοn χρόνο) της καταστροφής, μεγάλο περιθώριο για στοχασμό αυτής της ιστορικής καμπής δεν υπάρχει. Aλλωστε, μπορεί τις τελευταίες εβδομάδες να εξαντλήθηκαν οι διαπραγματευτικοί ακροβατισμοί για να ξεπεραστεί το πρόβλημα με τη ρήτρα τήρησης κανόνων κράτους δικαίου (για να κατοχυρώσουν ορισμένες χώρες της «διεύρυνσης» την ιδιαίτερη εκδοχή αυταρχικής διακυβέρνησης που προκρίνουν), όμως ας μην ξεχνάμε ότι η μεγάλη καθυστέρηση είχε προηγηθεί και αφορούσε την εμπλοκή γύρω από το μέγεθος και τη μορφή του «Ταμείου Ανάκαμψης», εμπλοκή που έδειξε ότι η έννοια της αλληλεγγύης μάλλον απέχει από το να είναι αυτονόητη.

Σε αυτό το φόντο, το να διαπιστώσουμε πόσα χρόνια διαρκώς αναβάλλεται η συζήτηση για το μέλλον της Eνωσης δεν λέει από μόνο του πολλά. Aλλωστε, ένα από τα παράδοξα της διαδικασίας της eυρωπαϊκής ολοκλήρωσης είναι ότι παρά την ατέρμονη παραγωγή ρητορικών σχημάτων για το μέλλον της Eνωσης, ορισμένα από τα πιο αποφασιστικά βήματα προς τα εμπρός είχαν περισσότερο τον χαρακτήρα μικρών θεσμικών πραξικοπημάτων, από τις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου το 1963-1964 που κατοχύρωσαν την προτεραιότητα του κοινοτικού δικαίου έως τον τρόπο που η θεσμική ακολουθία που οδήγησε στη μετάβαση από την ΕΟΚ στην ΕΕ είχε ως αφετηρία την πραξικοπηματική (όπως θα διαμαρτυρηθεί τότε ο Ανδρέας Παπανδρέου) επιλογή του Μπετίνο Κράξι (του μετέπειτα συμβόλου της ιταλικής πολιτικής διαφθοράς) να χειριστεί (ως προεδρεύων της Συνόδου Κορυφής του Μιλάνου στις 28 Ιουνίου 1985) τη σύγκληση διακυβερνητικής διάσκεψης ως διαδικαστικό θέμα που απαιτούσε απλή πλειοψηφία για να αποφασιστεί.

Περίπλοκο ζήτημα

Ισως αυτές οι μικρές λεπτομέρειες να λένε πολλά για μια Ενωση που ακόμη δεν μπορεί να προσδιορίσει το τι ακριβώς είναι ούτε τελικά το με ποιον μηχανισμό προχωρά. Οι φοιτητές ευρωπαϊκών σπουδών μαθαίνουν κάπου στην αρχή των σπουδών τους τις τρεις θεωρίες για την ολοκλήρωση, τον φεντεραλισμό που οραματίζεται τους κοινούς θεσμούς μιας ομοσπονδίας ή συνομοσπονδίας, τη λειτουργιστική προσέγγιση που δίνει έμφαση στη συσσώρευση βημάτων προς την ολοκλήρωση και την αντίληψη της διακυβερνητικής διαπραγμάτευσης, για να διαπιστώσουν μετά ότι συχνά τα πράγματα είναι αρκετά πιο περίπλοκα: μεγάλες διακυβερνητικές διαπραγματεύσεις – ενίοτε και παζάρια – για επιμέρους βήματα που λειτουργούν δια του αποτελέσματος παρά τη «φεντεραλιστική» ρητορική με την οποία συνοδεύονται.

Από τη μεριά του ο ολλανδός φιλόσοφος Λούουκ Βαν Μιντελάαρ, άνθρωπος με βαθιά γνώση των ευρωπαϊκών θεσμών (και παρασκηνίων) θα υποστηρίξει ότι δοκιμάστηκαν και δοκιμάζονται τρεις στρατηγικές για την ολοκλήρωση. Η «Γερμανική» στρατηγική δίνει έμφαση σε ένα κοινό ιστορικό πεπρωμένο μια κοινή ταυτότητα. Η «Ρωμαϊκή» στρατηγική δίνει έμφαση στα οφέλη για τους συμμετέχοντες σε μια πολιτική διαδικασία, ως προς την ασφάλεια, τον πλούτο, τις ευκαιρίες. Η «Αρχαιοελληνική» στρατηγική παραπέμπει περισσότερο σε μια «κοινή έγνοια» που συνέχει ένα κοινό κατά τα πρότυπα του Χορού σε μια αρχαία τραγωδία ή του Αθηναϊκού Δήμου και οδήγησε στη λογική του διαρκούς θεσμικού διαλόγου ανάμεσα στο Ευρωκοινοβούλιο και το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο.

Βέβαια, η πραγματικότητα της ΕΕ είναι ότι οι στρατηγικές ποτέ δεν δοκιμάζονται όπως διατυπώνονται. Αυτό εξηγεί τα διάφορα θεσμικά παράδοξα της ΕΕ: την ύπαρξη κοινοβουλευτικών θεσμών, χωρίς έναν κοινό δήμο ή πολιτικό σώμα, την ύπαρξη συνταγματικού κεκτημένου χωρίς λαϊκή κυριαρχία, την ύπαρξη κοινών δημοσιονομικών κανόνων και υποχρεωτικών πολιτικών (π.χ. για ιδιωτικοποιήσεις) χωρίς την ύπαρξη αντίστοιχων κοινών πολιτικών αναδιανομής, την κυκλοφορία κοινού νομίσματος σε ένα τοπίο εξαιρετικά άνισων μισθών και συστημάτων κοινωνικής προστασίας.

Αυτά, άλλωστε, μπορούν να εξηγήσουν και τη διαρκή κρίση νομιμοποίησης, αυτή τη διάχυτη έλλειψη εμπιστοσύνης στην ικανότητα των ευρωπαϊκών θεσμών να εκπληρώσουν τον σκοπό τους, αλλά και το διαρκές αίτημα των κοινωνιών για παρέμβαση (ενίοτε και αντίσταση) κρατών που έχουν ήδη απεμπολήσει τη σχετική τους δυνατότητα.

Το τίμημα της διεύρυνσης

Από μεγάλο βήμα για τη διαμόρφωση μιας Eνωσης που να αντιστοιχεί στον ορισμό του «κοινού ευρωπαϊκού σπιτιού», η διεύρυνση της ΕΕ, τελικά εξελίσσεται σε μια από τις πολλές αντιφάσεις της. Ο διαρκής πειρασμός του αυταρχισμού σε μετακομμουνιστικά πολιτικά τοπία, συχνά συνδυασμένος με ακροδεξιό λαϊκισμό, διαμορφώνει μια συνθήκη που δεν είναι μόνο εσωτερικό ζήτημα χωρών αλλά και ευρωπαϊκό πρόβλημα, χωρίς φυσικά να αναιρείται η δυνατότητα αξιοποίησης όταν χρειάζεται να διαμορφωθούν «συσχετισμοί».

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο