Λίγες μόλις εβδομάδες μετά τη συμπλήρωση των εβδομηκοστών γενεθλίων του, ο γεννημένος στις 30 Νοεμβρίου 1874 Ουίνστον Τσώρτσιλ, πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου και εκ των πρωτεργατών της νίκης των Συμμάχων στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, βρέθηκε στην Αθήνα.

Η επίσκεψή του στην προσφάτως απελευθερωθείσα από το ζυγό του γερμανού κατακτητή πόλη των Αθηνών έλαβε χώρα την παραμονή των Χριστουγέννων του 1944.

Ύστερα από τη συμφωνία των ζωνών επιρροής που είχε συνάψει με τον Στάλιν στη Μόσχα, στις 9 Οκτωβρίου 1944, ο βρετανός πρωθυπουργός είχε λάβει την οριστική και αμετάκλητη απόφαση να κρατήσει την Ελλάδα στο Δυτικό μπλοκ, μακριά από το κομμουνιστικό στρατόπεδο.

Τούτου δοθέντος, οι σκληρές και αμφίρροπες μάχες που μαίνονταν από τις αρχές Δεκεμβρίου στο κέντρο και τις συνοικίες της πόλης των Αθηνών, τα διαβόητα Δεκεμβριανά, είχαν αναγκάσει τον Τσώρτσιλ να εμπλακεί άμεσα στην κρίσιμη αυτή στρατιωτική και πολιτική αναμέτρηση, που ήταν εμφανές ότι θα καθόριζε την πορεία της Ελλάδας μετά το πέρας του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Μεταξύ πολλών άλλων συγγραφέων, τα γεγονότα εκείνης της δραματικής για την Ελλάδα και τους Έλληνες περιόδου παρουσιάζει ο γνωστός βρετανός ιστορικός Antony Beevor στο συγγραφικό πόνημά του που τιτλοφορείται «Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος» (εκδόσεις Γκοβόστη, 2018, σελ. 797-801):

Εκείνη την περίοδο [τέλη 1944-αρχές 1945] οι αγγλοαμερικανικές σχέσεις υπέφεραν ήδη εξαιτίας διαφόρων γεγονότων στη νοτιοανατολική Ευρώπη, αλλά και εξαιτίας της απόφασης του Τσώρτσιλ να διαφυλάξει την Ελλάδα από το ενδεχόμενο μιας κομμουνιστικής διακυβέρνησης. Η κατάρρευση της γερμανικής δύναμης στην περιοχή, η οποία επιταχύνθηκε τον Οκτώβριο [του 1944] από την προέλαση του Κόκκινου Στρατού στη Ρουμανία και την Ουγγαρία, είχε οδηγήσει τη χώρα σε εμφύλιο πόλεμο. Η Ελλάδα ήταν ένα ακόμη παράδειγμα για το πώς ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος μπορούσε εύκολα να συγχωνευθεί με έναν υποβόσκοντα τρίτο παγκόσμιο πόλεμο.

Τα τρομερά δεινά της Κατοχής, η πείνα και η οικονομική κατάρρευση είχαν οδηγήσει στη δραματική ριζοσπαστικοποίηση ενός πρώην βαθιά συντηρητικού πληθυσμού. Αυτή η ενστικτώδης μετακίνηση προς τα αριστερά, συχνά χωρίς ξεκάθαρη ιδεολογική στροφή, είχε συμβάλει στην εκτεταμένη υποστήριξη του ΕΑΜ – ΕΛΑΣ. Το ΕΑΜ, παρόλο που είχε κομμουνιστική ηγεσία, χαρακτηριζόταν από έντονες πολιτικές αντιφάσεις, οι οποίες αντικατόπτριζαν πολλές διαφορετικές απόψεις, ιδιαίτερα σε ζητήματα σοσιαλισμού και ελευθερίας. Ο αναδασμός της γης και η γυναικεία χειραφέτηση ήταν δύο από τα ζητήματα που ξεσήκωναν έντονες διαφωνίες. Η μόνη γενική βάση στην οποία συμφωνούσαν όλοι ήταν πως το παραδοσιακό πολιτικό σύστημα, και ιδιαίτερα η μοναρχία, δεν μπορούσε πλέον να δώσει λύσεις στα προβλήματα που αντιμετώπιζε η Ελλάδα. Ακόμη και οι κομμουνιστές ηγέτες ήταν διχασμένοι για το αν θα έπρεπε να ακολουθήσουν μια δημοκρατική πορεία προς την εξουσία ή αν θα την επέβαλλαν με την ισχύ των όπλων.

Αρκετούς μήνες πριν από την «πονηρή» συμφωνία του Τσώρτσιλ, ο Στάλιν είχε στείλει μια στρατιωτική αποστολή στην Ελλάδα, με σκοπό να προειδοποιήσει το Ελληνικό Κομμουνιστικό Κόμμα, το ΚΚΕ, «να αποδεχθεί τις γεωπολιτικές πραγματικότητες και να συνεργαστεί με τους Βρετανούς». Αυτό το γεγονός μας βοηθά να καταλάβουμε γιατί ο Στάλιν πρέπει να ένιωσε τεράστια ευχαρίστηση όταν μελέτησε τη «συμφωνία ποσοστών» του Τσώρτσιλ στο γραφείο του στο Κρεμλίνο.

Ωστόσο, και παρά την προειδοποίηση του Στάλιν, τα αντιβρετανικά αισθήματα ήταν πολύ έντονα στους κόλπους του ΕΑΜ – ΕΛΑΣ λόγω της υποστήριξης του Τσώρτσιλ προς το πρόσωπο του βασιλέα Γεωργίου Β’, ο οποίος ήταν αποφασισμένος να επιστρέψει στην Ελλάδα αμέσως μόλις αποχωρούσαν οι Γερμανοί.

[…] Σύντομα, το ΕΑΜ – ΕΛΑΣ άρχισε να καταπιέζει όλους όσοι διαφωνούσαν με τις θέσεις του, χαρακτηρίζοντάς τους είτε ως προδότες είτε ως εχθρούς του λαού. Πολλοί άνθρωποι εκτελέστηκαν. Η κυβέρνηση στην Αθήνα, η οποία συνεργαζόταν με τους Γερμανούς, ξεκίνησε, με την ενθάρρυνσή τους, να συγκροτεί Τάγματα Ασφαλείας, προκειμένου να επιτεθεί στο ΕΑΜ – ΕΛΑΣ. Έτσι, η τρομοκρατία της μιας πλευράς άρχισε να συγκρούεται με την τρομοκρατία της άλλης. Στην Αθήνα, το αντάρτικο πόλεων του ΕΛΑΣ και τα Τάγματα Ασφαλείας με τη Χωροφυλακή επιδόθηκαν σε έναν βρόμικο πόλεμο. […] Πολλοί από τους μαχητές του ΕΛΑΣ που πιάστηκαν αιχμάλωτοι εστάλησαν στη Γερμανία για καταναγκαστική εργασία. Ωστόσο, καθώς η αποχώρηση των Γερμανών έδειχνε να πλησιάζει, τα Τάγματα Ασφαλείας προσπάθησαν να αποκαταστήσουν τη φήμη τους: άφηναν κρατουμένους να αποδράσουν και έστελναν μηνύματα στο Κάιρο για να διαβεβαιώσουν την εξόριστη ελληνική κυβέρνηση και τους Βρετανούς ότι δε θα αντιστέκονταν στην απελευθέρωση της χώρας, αλλά αντίθετα θα την καλωσόριζαν.

Στις αρχές Σεπτεμβρίου [του 1944] ξεκίνησαν διερευνητικές επαφές ειρήνευσης με το ΕΑΜ – ΕΛΑΣ, όμως εκείνο τις απέρριψε, παρ’ όλο που ο περισσότερος κόσμος λαχταρούσε να δοθεί ένα τέλος στη βία. Οι οδομαχίες συνεχίστηκαν. […] Το ΕΑΜ – ΕΛΑΣ, προσπαθώντας να δικαιώσει το ρόλο του ως κυβέρνησης εν αναμονή, επιχείρησε να επιβάλει την τάξη όπου μπορούσε, όμως οι συνθήκες διέφεραν δραματικά από τόπο σε τόπο. Οι τελευταίοι Γερμανοί εγκατέλειψαν την Αθήνα στις 12 Οκτωβρίου, αφού πρώτα κατέβασαν τη σβάστικα που ανέμιζε έως τότε στην Ακρόπολη. Ενθουσιασμένα πλήθη πλημμύρισαν τους δρόμους, σε μια μεγάλη διαδήλωση οργανωμένη από το ΕΑΜ – ΕΛΑΣ, φωνάζοντας ρυθμικά «Λαοκρατία – Λαϊκή κυριαρχία».

Οι βρετανοί στρατιώτες του ΙΙΙ Σώματος Στρατού του Αντιστρατήγου Ρόναλντ Σκόμπι, που έφθασαν λίγο αργότερα, έτυχαν ενθουσιώδους υποδοχής. Όμως, η βρετανική πολιτική προς την Ελλάδα προσδιοριζόταν σε μεγάλο βαθμό από τη συμπάθεια του Τσώρτσιλ προς τη μοναρχία, από την άγνοια των συνθηκών της Κατοχής και της πολιτικής πραγματικότητας που είχε προκύψει ως συνέπεια, και κυρίως από την πρόθεση του βρετανού πρωθυπουργού να κρατήσει την Ελλάδα έξω από τη σοβιετική σφαίρα επιρροής. Ο Γεώργιος Παπανδρέου, ο οποίος ηγήθηκε μιας κυβέρνησης εθνικής ενότητας, που αρχικά συμπεριελάμβανε και μερικά μέλη του ΕΑΜ, διόρισε στο κυβερνητικό σχήμα του κάποιους επιφανείς δεξιούς πολιτικούς με διασυνδέσεις στα Τάγματα Ασφαλείας. Ο Τσώρτσιλ δεν είχε καμία διάθεση να συμβιβαστεί, ιδιαίτερα μετά τη συμφωνία του με τον Στάλιν, κι έτσι έδωσε αυστηρές οδηγίες στον Σκόμπι, έναν αξιωματικό χωρίς ευαισθητοποίηση σε πολιτικά ζητήματα, να αντιδράσει δυναμικά σε περίπτωση επίθεσης εναντίον βρετανών στρατιωτών.

Στις 2 Δεκεμβρίου τα μέλη της κυβέρνησης που ανήκαν στο ΕΑΜ παραιτήθηκαν, διαμαρτυρόμενα για τις διαταγές που αφορούσαν τον αφοπλισμό των ανταρτών. Η κυβέρνηση σχεδίαζε να σχηματίσει μια Εθνοφυλακή, πολλά μέλη της οποίας θα στρατολογούνταν από τα μισητά Τάγματα Ασφαλείας. Σε μια μαζική διαδήλωση την οποία οργάνωσε το ΕΑΜ την επόμενη ημέρα, στην πλατεία Συντάγματος, η Αστυνομία άνοιξε πυρ. Είναι άγνωστο αν οι αστυνομικοί αντέδρασαν έτσι από νευρικότητα ή επειδή δέχτηκαν πυροβολισμούς. Η Αριστερά ισχυρίστηκε ότι επρόκειτο για σκόπιμη προβοκάτσια με σκοπό να προκληθεί σύγκρουση. Σύντομα τα αστυνομικά τμήματα στην πόλη άρχισαν να δέχονται επιθέσεις.

Ο Σκόμπι, παρ΄όλο που οι βρετανοί στρατιώτες δεν είχαν απειληθεί, έστειλε το στρατό του για να διασφαλίσει την πόλη. Οι ένοπλοι άνδρες του ΕΛΑΣ άνοιξαν πυρ. Όταν η μάχη κλιμακώθηκε και η κατάσταση ξέφυγε από κάθε έλεγχο, τα Beaufighter και τα Spitfire της RAF έλαβαν εντολή να διενεργήσουν επιδρομές στις θέσεις του  ΕΛΑΣ, μια απόφαση που αποδείχθηκε ολέθρια. Ο ΕΛΑΣ προέβη σε μαζικές δολοφονίες «αντιδραστικών» οικογενειών, αλλά και στη σύλληψη ομήρων σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη.

[…] Ο αμερικανικός Τύπος ασκούσε πολύ σκληρή κριτική στη βρετανική πολιτική. Ωστόσο, με την αφελή πεποίθηση ότι οι μαχητές της αντίστασης κατά των Γερμανών ήταν προφανώς λάτρεις της ελευθερίας, έκλεισε τα μάτια τόσο στο απολυταρχικό καθεστώς του Τίτο στη Γιουγκοσλαβία όσο και στις βιαιότητες του Στάλιν κατά του Πολωνικού Εθνικού Στρατού. Οι αμερικανοί δημοσιογράφοι χαρακτήριζαν τον Τσώρτσιλ ως έναν ιμπεριαλιστή που αγνοούσε τις θέσεις του Χάρτη του Ατλαντικού περί αυτοδιάθεσης.

[…] Ο Τσώρτσιλ δεχόταν επίσης τη σφοδρή κριτική της Βουλής των Κοινοτήτων. Παρ’ όλα αυτά, η εδραία πεποίθησή του ότι μόνο εκείνος μπορούσε να σώσει την Ελλάδα από τον κομμουνισμό τον ώθησε να μεταβεί αεροπορικώς στην Αθήνα την παραμονή των Χριστουγέννων. Η πόλη είχε μετατραπεί σε πολεμική ζώνη, κι έτσι αναγκάστηκε να εγκατασταθεί στο καταδρομικό HMS Ajax, που ήταν αγκυροβολημένο στα ανοιχτά του Φαλήρου. Ο αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός [τότε αντιβασιλέας], ο ψηλός και επιβλητικός ιεράρχης με την ελληνορθόδοξη περιβολή, επιβιβάστηκε στο πλοίο. Ο Τσώρτσιλ, που αρχικά αντιμετώπιζε με καχυποψία τον Δαμασκηνό, γοητεύτηκε από την παρουσία του αμέσως μόλις τον γνώρισε. Την επομένη ο Τσώρτσιλ, ο Άντονι Ήντεν, ο Μακμίλαν και η ομάδα τους μεταφέρθηκαν με τεθωρακισμένα οχήματα και ισχυρή συνοδεία στη βρετανική πρεσβεία.

[…] Η σύσκεψη για μια συμφωνία κατάπαυσης του πυρός άρχισε το ίδιο απόγευμα στο ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών. Ο Δαμασκηνός προήδρευσε της σύσκεψης, στην οποία, εκτός από τους Βρετανούς, συμμετείχαν επίσης εκπρόσωποι από τις ελληνικές πολιτικές παρατάξεις, καθώς και αμερικανοί, γάλλοι και σοβιετικοί αντιπρόσωποι. Ο Τσώρτσιλ άρχισε να συζητά με το ρώσο συνταγματάρχη Γκριγκόρι Ποπόφ, τον οποίον πληροφόρησε ότι, μόλις λίγες εβδομάδες νωρίτερα, είχε τη χαρά να κάνει έναν πολύ γόνιμο διάλογο με τον αρχιστράτηγο Στάλιν. Ο Ποπόφ εντυπωσιάστηκε.

Η σύσκεψη καθυστέρησε αρκετά να ξεκινήσει, επειδή οι παρευρεθέντες χρειάστηκε να περιμένουν τους εκπροσώπους του ΕΛΑΣ, οι οποίοι καθυστέρησαν στην είσοδο λόγω απροθυμίας να αφήσουν έξω τα όπλα τους. Το μοναδικό οπλισμένο άτομο στη σύσκεψη ήταν ο βρετανός πρωθυπουργός, ο οποίος είχε ένα μικρό πιστόλι στην τσέπη. Ο Τσώρτσιλ προέβη σε χειραψία με τους «τρεις ρακένδυτους ντεσπεράντο», όπως περιέγραψε αργότερα τους εκπροσώπους του ΕΛΑΣ, και άνοιξε τη σύσκεψη με τη δήλωση ότι οι Έλληνες ήταν οι μόνοι που μπορούσαν να αποφασίσουν αν ήθελαν μοναρχία ή δημοκρατία. Στη συνέχεια τόσο ο ίδιος όσο και όλοι οι υπόλοιποι ξένοι αποχώρησαν από την αίθουσα, προκειμένου ο Δαμασκηνός να συνεχίσει τη συζήτηση.

Την επόμενη ημέρα ο Τσώρτσιλ πληροφορήθηκε ότι οι συζητήσεις είχαν διεξαχθεί σε πολύ έντονο κλίμα, με τους συνομιλητές να χάνουν κάποιες φορές την ψυχραιμία τους.

[…] Οι μάχες στην Αθήνα συνεχίστηκαν και μετά την έναρξη του νέου έτους, με τους αντάρτες να εγκαταλείπουν την πόλη, ανίκανοι να αντιμετωπίσουν τη μεγάλη βρετανική δύναμη. Ωστόσο, η εγκαθίδρυση μιας κάθε άλλο παρά φιλελεύθερης κυβέρνησης ήταν κάθε άλλο παρά μια ένδοξη νίκη. Ο ελληνικός εμφύλιος πόλεμος, μαζί με τις αγριότητες στις οποίες προέβησαν και οι δύο πλευρές, συνεχίστηκε τελικά μέχρι το 1949. Η πεισματική παρέμβαση του Τσώρτσιλ είχε διαφυλάξει τη χώρα από το να υποστεί τη μοίρα των βορείων γειτόνων της, οι οποίοι, περισσότερες από τέσσερις δεκαετίες, υπέφεραν την κομμουνιστική τυραννία.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο