Τον Αύγουστο που μας πέρασε στους ανοιχτούς κινδύνους για την σταθερότητα στην ευρύτερη περιοχή, προστέθηκε ένας ακόμη: το ενδεχόμενο μιας ένοπλης σύρραξης ανάμεσα σε Ελλάδα και Τουρκία, με αφορμή τις αντιπαραθέσεις γύρω από τα όρια των υφαλοκρηπίδων και των ΑΟΖ και το γεγονός ότι η ελληνική πλευρά έκανε σαφές ότι δεν θα επέτρεπε την πραγματοποίηση σεισμικών ερευνών από τουρκικά σκάφη εντός των ορίων της ελληνικής υφαλοκρηπίδας.

Η ένταση που δημιουργήθηκε όπως και η συνειδητοποίηση ότι στην περιοχή είχε σπεύσει σημαντικό μέρος του πολεμικού ναυτικού των δύο χωρών, δημιούργησε αναταράξεις που έφτασαν και στις διεθνείς πρωτεύουσες, εάν κρίνουμε από τον σημαντικό αριθμό  άρθρων που εμφανίστηκαν στον ξένο Τύπου και αναφέρονταν στο ενδεχόμενο «θερμού επεισοδίου ανάμεσα στις δύο χώρες».

Τμήμα αυτής της ανησυχίας και το γεγονός ότι συνδυαζόταν με ολοένα και περισσότερες «προβολές ισχύος» της Τουρκίας, κυρίως με την ενεργό ανάμειξή της σε δύο ανοιχτές μεγάλες συγκρούσεις, τη Συριακή κρίση και τον εμφύλιο πόλεμο στη Λιβύη και μια ρητορική που παρέπεμπε σε μια Τουρκία που πλέον «δεσμεύεται» από προηγούμενες ισορροπίες.

Σε αυτό προστέθηκε και το γεγονός ότι ειδικά στο ευρωπαϊκό επίπεδο, τουλάχιστον μία από τις χώρες του «Ευρωπαϊκού Πυρήνα», η Γαλλία, έχει επιλέξει να αντιπαρατεθεί με τις τουρκικές αξιώσεις για λόγους που έχουν να κάνουν εκτός των άλλων και με το πώς δεν βλέπει με καλό μάτι τις τουρκικές βλέψεις σε περιοχές της Αφρικής που το Παρίσι θεωρεί ότι παραμένουν τμήμα μιας γαλλικής «δικαιοδοσίας».

Επιπλέον, ειδικά για τα θέματα των εξορύξεων είχαν προηγηθεί και οι αμφισβητήσεις της Τουρκίας απέναντι στα κυριαρχικά δικαιώματα της Κυπριακής Δημοκρατίας  και μάλιστα με τον έμπρακτο τρόπο της πραγματοποίησης τουρκικών ερευνών εντός των ορίων της επίσημα ανακηρυγμένης Κυπριακής ΑΟΖ.

Όλα αυτά πυροδότησαν μια αυξημένη διπλωματική κινητικότητα γύρω από τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, που αφετηρία δεν είχε μόνο τις προσπάθειες της ελληνικής κυβέρνησης να αναδείξει τις αμφισβητήσεις των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων ή την απαίτηση της Κυπριακής Δημοκρατίας να καταδικαστούν οι προκλητικές τουρκικές ενέργειες, αλλά και την ανησυχία των ξένων πρωτευουσών.

Η ευρωπαϊκή κινητικότητα

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο η ανησυχία αποτυπώθηκε στην απόφαση για την έκτακτη σύνοδο Κορυφής που σε σημαντικό βαθμό θα αφορούσε και αυτά τα ζητήματα. Μάλιστα, η αναβολή της, ανεξαρτήτως του εάν η δικαιολογία που προβλήθηκε ήταν πραγματική ή πρόσχημα, έδειξε και τις πραγματικές δυσκολίες που υπάρχουν αλλά και τη διάθεση οι όποιες αποφάσεις να μην είναι κενό γράμμα.

Ρόλο σε όλα αυτά έπαιξε και η σαφής τοποθέτηση της Κυπριακής Δημοκρατίας ότι δεν θα επέτρεπε την έκδοση κοινού ανακοινωθέντος για την Λευκορωσία, εάν δεν υπήρχε σαφής καταδίκη των τουρκικών κινήσεων.

Βέβαια, την ίδια στιγμή η ανομολόγητη αιτία των δυσκολιών στη διαμόρφωση κοινής θέσης είναι ακριβώς το γεγονός ότι υπάρχουν αποκλίσεις εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Γιατί μπορεί η Γαλλία να θέλει –σε αυτή τη φάση και για λόγους που δεν έχουν να κάνουν τόσο με τα ελληνοτουρκικά αλλά με τις τουρκικές κινήσεις στη Λιβύη και την υποσαχάρια Αφρική– να υπάρξει μια σκληρή στάση απέναντι στην Τουρκία, ωστόσο η Γερμανία επιμένει στη σημασία μιας πιο «προσεκτικής» στάσης που ορίζοντα να έχει την πραγματική αποκλιμάκωση τα έντασης και τη δρομολόγηση ενός διαλόγου, που να μπορέσει να ξεφύγει από τα όρια των «μέτρων οικοδόμησης εμπιστοσύνης» και να αναζητήσει δρόμους λύσης για ειρηνική επίλυση του πυρήνα των διμερών διαφορών, έστω και με αμοιβαίες υποχωρήσεις. Ας μην ξεχνάμε ότι στη γερμανική οπτική μετρά ιδιαίτερα και το άγχος να μη διακυβευτεί το πλαίσιο της Κοινής Δήλωσης ΕΕ – Τουρκίας για το προσφυγικό.

Τη δυσκολία της κατάστασης παραδέχτηκε και ο ίδιος ο Πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Σαρλ Μισέλ που δήλωσε ότι «η σχέση μας με την Τουρκία είναι υπό δοκιμασία» όπως και ότι ασκείται «πίεση στην κυριαρχία της Ελλάδας και της Κύπρου». Την ίδια στιγμή, βέβαια, η πρότασή του για μια «πολυμερή διάσκεψη για την Ανατολική Μεσόγειο, όπου θα συζητηθούν οι θαλάσσιες οριοθετήσεις, η ενέργεια, η ασφάλεια, η μετανάστευση» έδειξε τα όρια μιας προσέγγισης που εντοπίζει το πρόβλημα, προτείνει πεδία όπου αυτό θα μπορούσε να συζητηθεί και ταυτόχρονα παραμένει αμήχανη ως προς το πώς θα πιεστούν οι εμπλεκόμενοι στο να αποδεχτούν μια τροχιά επίλυσης των προβλημάτων.

Η σημασία της επίσκεψης Πομπέο

Σε αυτό το φόντο, η επίσκεψη Πομπέο έρχεται να υπογραμμίσει και το αμερικανικό ενδιαφέρον για τη περιοχή. Είναι προφανές ότι και οι ΗΠΑ δεν θα επιθυμούσαν σε δουν θερμό επεισόδιο ανάμεσα σε δύο μέλη του ΝΑΤΟ και άρα θα ήθελαν να υπάρξει μια διαδικασία διαλόγου.

Είναι γεγονός ότι σε σχέση με την Τουρκία σε επίπεδο στρατιωτικού και διπλωματικού κατεστημένου στις ΗΠΑ δεν υπάρχει ενιαία στάση, καθώς υπάρχουν φωνές που θεωρούν ότι έχει επέλθει η ρήξη της Τουρκίας με τη Δύση και κατά συνέπεια χρειάζεται αναπροσανατολισμός και της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, ενώ και κατά καιρούς σε αυτή την κατεύθυνση έχουν πιέσει και άλλοι σύμμαχοι των ΗΠΑ όπως το Ισραήλ. Από την άλλη, υπάρχει και η άποψη ότι οι ΗΠΑ δεν έχουν την πολυτέλεια μιας τέτοιας ρήξης και άρα χρειάζεται να αναζητηθούν άλλες ισορροπίες. Και βέβαια υπάρχουν πάντα και οι πρακτικές ετοιμότητας για κάθε ενδεχόμενο (π.χ. σχέδια για μερική απεξάρτηση των ΗΠΑ από την βάση του Ιντσιρλίκ).

Αυτό αποτυπώνει και η επίσκεψη Πομπέο. Είναι σαφές ότι η αμερικανική πλευρά θέλει να υπογραμμίσει ότι δεν πρέπει να υπάρχουν επιθετικές ή προκλητικές κινήσεις εναντίον μελών της συμμαχίας, ή αμφισβητήσεις των κυριαρχικών δικαιωμάτων τους, χωρίς όμως να πάρει θέση στον πυρήνα των ζητημάτων της σύγκρουσης, πέραν μιας γενικής πίεσης για διαπραγμάτευση, συμβιβασμό και ειρηνική επίλυση, όπως αποτυπώθηκε στη κοινή πεποίθηση ότι «τα ζητήματα θαλάσσιας οριοθέτησης πρέπει να επιλυθούν ειρηνικά σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο». Ταυτόχρονα, οι ΗΠΑ υπογράμμισαν τη στήριξη στη συνεργασία Ελλάδας, Ισραήλ και Κύπρου, ιδίως όταν είναι γνωστό ότι θα ήθελαν την ενσωμάτωση με κάποιο τρόπο και της Κύπρου στον νατοϊκό σχεδιασμό.

Αντίστοιχα, οι ΗΠΑ υπογράμμισαν την ανάγκη να συνεχιστεί η συνεργασία για τα ενεργειακά στο πλαίσιο του East Med Gas Forum. Το τελευταίο δεν πρέπει να ταυτίζεται με τον αγωγό EastMed (τον οποίο οι ΗΠΑ βλέπουν θετικά, αν και εμφανώς προκρίνουν τις εισαγωγές υγροποιημένου σχιστολιθικού αερίου που παράγουν οι ίδιες), μια που περιλαμβάνει ένα ευρύτερο φάσμα χωρών της Νοτιοανατολικής Μεσογείου (Αίγυπτος, Ελλάδα, Ιορδανία, Ιταλία, Ισραήλ, Κύπρος, Παλαιστίνη) και είναι πιο κοντά στη δική τους αντίληψη ότι πρέπει να βρεθούν τρόποι ώστε ένα ευρύτερο φάσμα χωρών να συνεργαστεί σε μια διαδικασία εκμετάλλευσης των εξορύξεων στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο που θα είναι επωφελής για όλους, συμπεριλαμβανομένης και της Τουρκίας.

Όλα αυτά σημαίνουν ότι ακόμη και οι ΗΠΑ δεν έχουν πρόβλημα να καταδικάζουν την Τουρκία σε φραστικό επίπεδο, όταν δείχνει να απειλεί τη συνοχή της συμμαχίας, την ίδια στιγμή προφανώς και δεν πρόκειται απλώς να ταυτιστούν με τις ελληνικές θέσεις και βέβαια προφανώς και θα επικροτούσαν μια διαδικασία διαλόγου και διαπραγμάτευσης εφ’ όλης της ύλης ανάμεσα στις δύο χώρες.

Τα όρια της κινητικότητας

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η αυξημένη κινητικότητα σε διεθνές επίπεδο τις τελευταίες εβδομάδες διαμόρφωσε ένα σχετικά διαφορετικό τοπίο. Η Τουρκία φάνηκε να σταθμίζει τις αντιδράσεις που υπήρξαν στις προηγούμενες πρωτοβουλίες της και να επιλέγει σε αυτή τη φάση να δηλώσει την ετοιμότητά της για διαπραγματεύσεις μέσα από μια τακτική αποφυγής προκλήσεων όσο είναι ανοιχτή η τρέχουσα φάση διπλωματικών πρωτοβουλιών.

Αυτό κυρίως αποτυπώθηκε σε σχέση με μια τακτική που να προσφέρει επιχειρήματα σε όσους θα υποστηρίξουν στην επερχόμενη Σύνοδο Κορυφής της ΕΕ τη θέση ότι δεν χρειάζονται κυρώσεις τώρα σε βάρος της Τουρκίας, όμως είχε και το βλέμμα στραμμένο προς την Ουάσιγκτον. Όλα αυτά επιπλέον είχαν να κάνουν και με τα ανοιχτά ερωτήματα που υπάρχουν για τα μέτωπα στα οποία έχει εμπλακεί η Τουρκία, από την κατάσταση με την Ιντλίμπ στη Συρία μέχρι το νέο τοπίο στη Λιβύη με την παραίτηση Σάρατζ και την προοπτική πολιτικής λύσης.

Όμως, απέχουμε πολύ από μια συνολική αλλαγή πλεύσης της Τουρκίας, κάτι που φαίνεται και από τη συντήρηση υψηλών ρητορικών τόνων.  Αντίθετα, είναι εμφανές ότι με τον τρόπο που ο Ερντογάν και η τρέχουσα κυβερνητική πλειοψηφία στην Τουρκία έχουν επενδύσει πολλαπλά πολιτικά και ιδεολογικά στην προβολή της εικόνας μιας Τουρκία που έχει αναβαθμισμένο κύρος, ότι η Τουρκία δεν μπει εύκολα απλώς σε μια λογική «αποκλιμάκωσης της έντασης», αλλά θα απαιτήσει πραγματική ικανοποίηση αξιώσεων.

Την ίδια στιγμή η αυξημένη εμπλοκή της Τουρκίας σε περιφερειακές συγκρούσεις, τελευταίο παράδειγμα η σύγκρουση Αρμενίας και Αζερμπαϊτζάν αυξάνει τα γεωπολιτικά ρίσκα αλλά και τα διαπραγματευτικά χαρτιά που έχει.

Και αυτό κάνει τα πράγματα πιο σύνθετα όχι μόνο για την ελληνική πλευρά και τη διάθεσή της να προχωρήσει σε διαπραγμάτευση αλλά και τις όποιες πρωτοβουλίες του διεθνούς παράγοντα.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο