Η πρόσφατη επέτειος της 4ης Ιουλίου με τον αμερικανό πρόεδρο Τραμπ στο όρος Ράσμορ – τόπο συμβολικής λατρείας για τον αμερικανικό λαό -, σε μία ακόμη ρατσιστική περφόρμανς, δίνει τροφή για σκέψη. Απέναντι στον λόγο του Τραμπ η αμερικανική διανόηση αντέταξε την προσωπικότητα του ρήτορα Φρέντερικ Ντάγκλας και τον προσωπικό του αγώνα για την κατάργηση της δουλείας. Με σειρά άρθρων γνώμης αλλά και τον εντοπισμό του σώματος των επιστολών του, ο Φρέντερικ Ντάγκλας, ο νεαρός άνδρας που το 1838 γλίτωσε από τη δουλεία στη Βαλτιμόρη του Μέριλαντ, έγινε και πάλι πρωταγωνιστής της επικαιρότητας. Ακόμη και εκείνοι που δεν γνωρίζουν λεπτομέρειες του βίου του κατάλαβαν φέτος τη σημασία της ομιλίας του το 1852 «Τι σημαίνει για τους μαύρους η 4η Ιουλίου».

Ο Ντάγκλας είχε την τύχη να διδαχθεί ανάγνωση από την ίδια γυναίκα στην οποία ανήκε ως σκλάβος. Η μόρφωσή του τον έβγαλε από τη δουλεία, τον ανέδειξε σε μία από τις σημαντικότερες λογοτεχνικές προσωπικότητες της εποχής του γράφοντας τρεις εκδοχές της αυτοβιογραφίας του και ιδρύοντας δική του εφημερίδα. Η ίδια η ύπαρξή του, αξιοπρεπής και ευφυής, μαρτυρούσε τη βαρβαρότητα της δουλείας.

Ο Ντάγκλας, που πέθανε το 1895, ήταν ο πιο φωτογραφισμένος Αμερικανός του 19ου αιώνα, αλλά η φωνή του δεν καταγράφηκε ποτέ, ενώ η ρητορική του ανέρχεται σήμερα πιο έντονη και ανθεκτική στον χρόνο. Ηδη η πανεπιστημιακή βιβλιοθήκη του Yale, Beinecke Library, με τις σπάνιες αρχειακές συλλογές, σηματοδότησε τον φετινό επετειακό εορτασμό με ανάγνωση τόσο της Διακήρυξης της Ανεξαρτησίας όσο και της διάσημης ομιλίας του Ντάγκλας της 4ης Ιουλίου του 1852. Σε αυτήν την ιστορική ομιλία ο Ντάγκλας ξεκινά με μια έντονη κριτική της αμερικανικής υποκρισίας προτού προσφέρει στο λευκό κοινό του ένα όραμα για μια Αμερική που μπορεί να ανταποκριθεί στα ιδανικά της: «Δεν είναι πολύ αργά.

Το έθνος σας είναι ακόμα νέο, ακόμα εύπλαστο. Είναι ακόμα δυνατόν να σωθείτε». Το ενδιαφέρον για τον Φρέντερικ Ντάγκλας έχει αυξηθεί τα τελευταία χρόνια, εν μέρει λόγω της βιογραφίας του (βραβευμένης με Πούλιτζερ τον περασμένο Νοέμβριο) από τον ιστορικό ερευνητή Ντέιβιντ Γ. Μπλάιτ. Μάλιστα το βιβλίο του «Frederick Douglass: Prophet of Freedom» θα προσαρμοστεί στην οθόνη για το Netflix από την εταιρεία παραγωγής του Μπαράκ και της Μισέλ Ομπάμα. Σύμφωνα με τον βιογράφο, τα πλουσιότερα και πιο αποκαλυπτικά στοιχεία δίνουν τα οικογενειακά λευκώματα, τα οποία παρακολουθούν τόσο την εκτεταμένη δημόσια καριέρα του Ντάγκλας τα χρόνια μετά τον εμφύλιο πόλεμο όσο και την περίπλοκη και μερικές φορές σκανδαλώδη ιδιωτική του ζωή. Προσφέρουν γνώσεις όχι μόνο για τον Ντάγκλας, αλλά και για τον γάμο του με την Αννα Μουράι, μια ελεύθερη μαύρη γυναίκα που τον βοήθησε να ξεφύγει από τη μοίρα του σκλάβου. Ενα λεύκωμα μάλιστα είναι αφιερωμένο κυρίως στη δημόσια διαμάχη σχετικά με τον δεύτερο γάμο του με την Ελένη Πιτς, μια λευκή γυναίκα 20 χρόνια νεότερή του. Χιλιάδες αποκόμματα εφημερίδων καταγράφουν τη δημόσια καριέρα του, η οποία περιελάμβανε τη θέση του ως γενικού προξένου στην Αϊτή και ως επιθεωρητή της Πολιτείας της Ουάσιγκτον. Ωστόσο, τα λευκώματα δεν καταγράφουν μόνο τους θριάμβους του. Καταγράφουν επίσης το δημόσιο ενδιαφέρον για τα πιο περίπλοκα μέρη της ζωής του ως πατριάρχη σε μια μεγάλη και μερικές φορές δύσκολη κοινότητα εκείνης της εποχής, «την πρώτη μαύρη οικογένεια της Ουάσιγκτον», όπως το έθεσε ο βιογράφος του Ντέιβιντ Μπλάιτ.

Η δύναμη της πολιτικής

Στη δεκαετία πριν από τον εμφύλιο πόλεμο, πίστευε ότι η δουλεία θα μπορούσε να καταστραφεί μόνο μέσω της πολιτικής εξουσίας. Είχε ανακαλύψει τη δύναμη της πολιτικής σε μια δημοκρατία που κυριαρχείται από τη δουλεία. Ηθελε να προσθέσει τη δική του ιστορία στην «αιματογραφημένη ιστορία» του έθνους. Τότε έδωσε φωνή στο έργο της ζωής του. Αυτό θα ήταν ο αγώνας για την κατάργηση της δουλείας και η αρχή της ισότητας των μαύρων. Ενας σκοπός που ο Ντάγκλας θα τον έκανε δικό του με «τη φωνή μου, την πένα μου ή την ψήφο μου».

Μεταξύ εκείνων στην ελεύθερη μαύρη κοινότητα της Βαλτιμόρης που αγκάλιασαν τον Φρεντ και τον ώθησαν προς την ελευθερία ήταν η σύζυγός του Αννα Μουράι.

Η φωνή του μεγάλου άνδρα ως περιπλανώμενου μάντη ήταν δυνατή επειδή η Αννα, που έκανε πέντε παιδιά (μόνο τέσσερα έζησαν μέχρι την ενηλικίωση), έτρεξε το νοικοκυριό τους φιλοξενώντας φυγάδες σκλάβους, μακρινούς συγγενείς και άλλους που εμφανίστηκαν στην μπροστινή πόρτα σε ανάγκη. Η Αννα, την οποία ο Μπλάιτ περιγράφει «σε μεγάλο βαθμό αναλφάβητη», θα μπορούσε να βοηθήσει ελάχιστα στη δημοσιογραφία του συζύγου της. Γι’ αυτό ο χαρισματικός ρήτορας κάλεσε τη Βρετανίδα Τζούλια Γκρίφιθς, η οποία άφησε στην άκρη τη ζωή της και μετακόμισε το 1849 για να είναι μαζί του στο Ρότσεστερ ώστε να ξεκινήσουν από το μηδέν την έκδοση της εφημερίδας του «The North Star».

Ο Ντάγκλας μίλησε δημόσια σε μεγάλα πλήθη, χρησιμοποιώντας τη δική του ιστορία για να καταδικάσει τη δουλεία. Συντάχθηκε με τους Ρεπουμπλικανούς και τελικά έγινε υποστηρικτής του Λίνκολν. Μέχρι τον εμφύλιο πόλεμο και κατά τη διάρκεια της ανασυγκρότησης, ο Ντάγκλας έγινε ο πιο φημισμένος και ευρέως διαδεδομένος ρήτορας στο έθνος. Με τη μοναδική και εύγλωττη φωνή του αλλά και τον γραπτό λόγο του, ο Ντάγκλας ήταν ο σκληρός επικριτής των Ηνωμένων Πολιτειών αλλά και ο ριζοσπαστικός πατριώτης. Μερικές φορές διαφωνούσε πολιτικά με νεότερους Αφροαμερικανούς, αλλά ποτέ δεν εγκατέλειψε ούτε το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα ούτε τον αγώνα για τα δικαιώματα των μαύρων. «Ημασταν πάντα άνθρωποι. Τώρα είμαστε πολίτες και άνθρωποι ανάμεσα στους ανθρώπους» έγραφε πριν από 150 χρόνια στους «New York Times» γιορτάζοντας την επικύρωση της 15ης Τροπολογίας.

Γράψτε το σχόλιό σας