Το γνωστό ρωμαϊκό απόφθεγμα Si vis pacem, para bellum ισχύει παντού και πάντοτε, πολύ περισσότερο όταν διαπραγματεύεσαι με  ένα κράτος που σέβεται τη στρατιωτική ισχύ και όχι το διεθνές δίκαιο. Η από ελληνικής πλευράς πρόταξη της διεθνούς νομιμότητος, των κανόνων καλής γειτονίας, του ευρωπαϊκού πολιτικού πολιτισμού  κ.λπ. μόνον ως αδυναμία εκλαμβάνεται από την τουρκική πλευρά. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος το 1922-23 στη Λωζάννη μπόρεσε να επιβάλει μια συνθήκη στοιχειωδώς αξιοπρεπή για την Ελλάδα όχι μόνον λόγω της διπλωματικής του δεινότητος αλλά και διότι στη Δυτική Θράκη ο στρατηγός Θ. Πάγκαλος είχε συγκροτήσει θηριώδη στρατιά και απειλούσε με προέλαση  προς την Κωνσταντινούπολη.

Δεκαετίες επίκλησης των κανόνων του διεθνούς δικαίου από τους έλληνες πρωθυπουργούς, υπουργούς Εξωτερικών, διπλωμάτες, διεθνολόγους κ.λπ. όχι μόνον δεν «εξημέρωσαν» την άλλη πλευρά αλλά απεναντίας την αποθράσυναν και την έπεισαν ότι η Ελλάς έχει λόγους να φοβάται μία αντιπαράθεση ισχύος. Η πολιτική κατευνασμού οδήγησε σε συνολική αμφισβήτηση της ελληνικής κυριαρχίας στο Αιγαίο, στην Ανατολική Μεσόγειο, στη Δυτική Θράκη, σε προσπάθεια δημόσιου εκφοβισμού και λεκτικής ταπείνωσης του ελληνικού κράτους και σε κάτι ακόμα χειρότερο: στην αποστασιοποίηση της ΕΕ, του ΝΑΤΟ, του ΟΗΕ, των ΗΠΑ, της Ρωσίας και εν γένει της παγκόσμιας κοινότητας. Διότι τρίτα μέρη δεν θα υπερασπιστούν τα ελληνικά συμφέροντα, εάν το ίδιο το ενδιαφερόμενο κράτος εκπέμπει φόβο και ανασφάλεια.

Ταυτόχρονα, όμως, έγινε και κάτι ακόμα: στο εσωτερικό της χώρας, στο πολιτικό σύστημα και στην κοινή γνώμη, καλλιεργήθηκε μία αυτοκαταστροφική αντίληψη απέχθειας προς την έννοια της στρατιωτικής ισχύος. Το ενδεχόμενο ένοπλης υπεράσπισης της εθνικής κυριαρχίας εξοβελίστηκε από τον ορίζοντα των δυνατών επιλογών ως πολιτικώς μη ορθό και στη θέση του υψώθηκαν διάφορα καλοπροαίρετα πλην εντελώς εξωπραγματικά ιδεολογήματα.

Τώρα που όλα αυτά έχουν βιαίως εξαερωθεί υπό το κράτος της ωμής και άμεσης πλέον τουρκικής απειλής, πρέπει έστω και την υστάτη ώρα η Ελλάδα να προετοιμαστεί  και να δείξει ότι έχει προετοιμαστεί για να υπερασπιστεί ενόπλως τα κυριαρχικά της δικαιώματα. Η λογική «να μην εκτραχύνουμε εμείς την κατάσταση» δεν έχει πλέον έννοια, αφού η κατάσταση εκτραχύνεται ούτως ή άλλως.

Τώρα η Ελλάδα πρέπει να εκπέμψει προς την Τουρκία δέσμη μηνυμάτων με το εξής κεντρικό μήνυμα: εάν επιχειρηθεί παραβίαση – εισβολή είτε στην ξηρά είτε στη θάλασσα, η Ελλάδα δεν πρόκειται να συρθεί σε διαπραγμάτευση για τα κυριαρχικά της δικαιώματα, αλλά θα αμυνθεί αποτελεσματικά, σθεναρά και ανυποχώρητα. Η Τουρκία θα εγκλωβιστεί στο δικό της Βιετνάμ, θα απομονωθεί διεθνώς και θα προκαλέσει διεθνή κατακραυγή και αντίδραση. Τελικώς μία στρατιωτική εμπλοκή της Τουρκίας θα μεταστραφεί σε μπούμερανγκ εναντίον της.

Αν ελληνική κυβέρνηση λάβει συγκεκριμένα ορατά μέτρα με τα οποία θα δείξει ότι προετοιμάζεται σοβαρά για το ενδεχόμενο ένοπλης σύρραξης (π.χ. έκτακτη αύξηση της θητείας, μετακίνηση μονάδων σε επιθετική διάταξη, σοβαρή κινητοποίηση σε διπλωματικό επίπεδο κ.λπ.), τότε υπάρχει το σοβαρό ενδεχόμενο η Τουρκία να το σκεφθεί δύο φορές. Η αποτροπή δεν γίνεται με λογύδρια ούτε με μπλόφες, αλλά εάν ο αντίπαλος πεισθεί ότι υπάρχει συνειδητή απόφαση για έμπρακτη και καταιγιστική απάντηση.

Ο Μελέτης Η. Μελετόπουλος είναι διδάκτωρ Οικονομικών και Κοινωνικών Επιστημών Πανεπιστημίου Γενεύης. Από τις Εναλλακτικές Εκδόσεις κυκλοφορεί το βιβλίο του «Κοινοτισμός»

Γράψτε το σχόλιό σας